Valentino: Ο τελευταίος αυτοκράτορας της dolce vita και του εκθαμβωτικού
Ο Βαλεντίνο Γκαραβάνι πέθανε στη Ρώμη, στο σπίτι του, στα 93 του. Για περισσότερα από 60 χρόνια οργάνωσε έναν κόσμο όπου η ομορφιά λειτουργούσε ως κανόνας, η κομψότητα ως εξουσία και το εκθαμβωτικό ως αυτονόητη απαίτηση. Με τον θάνατό του, η μόδα, η πολυτέλεια και η εξουσία χάνει έναν θεσμό.
«Θα σου πω αντίο έτσι: με συγκροτημένη ευγνωμοσύνη και με ένα ίχνος ατέλειας. Γιατί κι αυτό μου έμαθες: η απόλυτη ακρίβεια χωρίς ανθρωπιά δεν αφήνει ίχνος· ενώ ένα λάθος, δουλεμένο με ευφυΐα, μπορεί να γίνει στυλ. Έφτιαξες μια αιωνιότητα, έναν τόπο φτιαγμένο από όνειρο και ομορφιά. Εκεί, ο θάνατος δεν υπάρχει, γιατί είναι περιττός. Είναι ένας τόπος που θα μείνει για μένα, για όλους, για πάντα».
Ο τρόπος με τον οποίο ο -σπουδαίος σχεδιαστής και για 16 χρόνια καλλιτεχνικός διευθυντής του οίκου Valentino – Πιερ Πάολο Πιτσιόλι αποχαιρετά τον μέγιστο Valentino, μέσα σε λίγες λέξεις περιγράφει αυτό που υπήρξε για το παγκόσμιο σύστημα της μόδας, της κυρίαρχης εικόνας, της πρόσληψης της ομορφιάς και της πολυτέλειας ο Ιταλός πατριάρχης της μόδας.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ο Βαλεντίνο Γκαραβάνι έντυνε το ενδεχόμενο της τελειότητας που στην καρδιά της έκρυβε μικρές ατέλειες δουλεμένες με ανθρωπιά και βαθιά σκέψη. Τον χαρακτήρισαν «τελευταίος αυτοκράτορα» και δεν υπερβάλλαν. Έτσι έζησε: παλάτια, αυλές, τελετουργίες, μια μικρή στρατιά ανθρώπων που κινούνταν γύρω του όπως οι υπασπιστές γύρω από έναν μονάρχη που δεν ανέχεται το τυχαίο.
Ακόμη και η εμφάνισή του -ηλιοκαμένος πάντα, το μαλλί ακίνητο ακόμα και όταν τα μελτέμια του Αιγαίου διαπερνούσαν τα αγαπημένα καλοκαίρια του στην Ελλάδα με τους σταρ φίλους του, το κοστούμι πάντα σαν να είχε μόλις βγει μόλις από την ντουλάπα. Ήταν ο ίδιος το ζωντανό λογότυπο της φίρμας του.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Και, ωστόσο, τίποτα σε αυτή την αυτοκρατορία δεν ξεκίνησε εύκολα ή χάρη στο κληρονομικό δίκαιο. Ξεκίνησε από μια παιδική επιθυμία να ταιριάζουν όλα, ακόμα και τα μαχαιροπήρουνα με τα σερβίτσια. Από έναν έφηβο που άλλαζε κουμπιά στα σακάκια του, που ήθελε τα πουλόβερ του να φτιάχνονται κατά παραγγελία ώστε να ορίζει χρώματα και μοτίβα.
Από μια οικογένεια στη Βογκέρα, μια μικρή πόλη νότια του Μιλάνου, όπου ο πατέρας του είχε επιχείρηση ηλεκτρολογικού υλικού και η μητέρα του έβλεπε έναν γιο με ιδιόρρυθμη εμμονή στην ομορφιά, αλλά αρκετή αποφασιστικότητα ώστε να τον πάρει στα σοβαρά.
Ο Βαλεντίνο αποφάσισε να γίνει σχεδιαστής μόδας αφότου είδε το χολιγουντιανό μιούζικαλ «Ziegfeld Girl» (1941) για εκείνη τη μεγάλη, παλιά Αμερική που αντιμετώπιζε τη λάμψη αλλά ως φυσική κατάσταση. Δεν το είπε στους γονείς του μέχρι τα 17 του χρόνια και όταν το αποκάλυψε τον στήριξαν. Αυτονόητα ξεκίνησε από το Μιλάνο. Έπειτα βρέθηκε στο Παρίσι, όπου έμαθε κάτι θεμελιώδες: ότι η μόδα δεν είναι μόνο «στυλ». Είναι εκπαίδευση στο βλέμμα, είναι πειθαρχία.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Σπούδασε στην École de la Chambre Syndicale de la Couture Parisienne και δούλεψε πέντε χρόνια δίπλα στον Ζαν Ντεσές και κατόπιν στον Γκι Λαρός. Ο Ντεσές έντυνε τότε τη βασίλισσα της Ελλάδας: μια λεπτομέρεια που ταιριάζει σχεδόν συμβολικά στο πώς ο Βαλεντίνο θα γινόταν ο επίσημος ενδυματολόγος αυτού που ευρύτερα χαρακτηρίζουμε royal, σε μια εποχή που οι βασιλιάδες ήταν έκπτωτοι αλλά η επιθυμία για το στέμμα έμενε.
Ο ίδιος έλεγε πως τον απέλυσαν το 1957 επειδή κάποια μέρα καθυστέρησε πολύ στην παραλία του Σεν Τροπέ. Ακόμη κι αυτή η αφήγηση, ένα μικρό σκάνδαλο τεμπελιάς μέσα στην υψηλή ραπτική, έμοιαζε με προοίμιο του χαρακτήρα του: δεν ήταν «βασανισμένος καλλιτέχνης». Ήταν πειθαρχημένος bon-vivant.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Γύρισε στη Ρώμη το 1959 για να ανοίξει δικό του στούντιο στη Via dei Condotti, χρηματοδοτούμενος από τον πατέρα του και φίλους του πατέρα του. Η Ρώμη εκείνη την εποχή ετοιμαζόταν να γίνει ο μεγάλος καθρέφτης της ευρωπαϊκής επιθυμίας: τέχνη, σινεμά, Via Veneto, «La Dolce Vita» που ερχόταν σαν κύμα. Ο Βαλεντίνο δεν «έπιασε» το κύμα, το έκανε ρούχο.
Και τότε, το 1960, σε ένα βράδυ σε εστιατόριο της Via Veneto, οι φίλοι του ζήτησαν να μοιραστούν τραπέζι με έναν νεαρό: τον Τζανκάρλο Τζαμέτι, φοιτητή αρχιτεκτονικής. Από εκείνο το σημείο, η ζωή του Βαλεντίνο αποκτά έναν δεύτερο ισχυρό πόλο χωρίς τον οποίο δεν μπορεί να λειτουργήσει ο δημιουργός και ο διοικητής, ο βασιλιάς και ο πρωθυπουργός, ο άνθρωπος που ήθελε μόνο να κάνει «πολύ ωραία κοκτέιλ φορέματα, πολύ glamorous βραδινές τουαλέτες, πολύ μικρά κόκκινα φορέματα» και ο άνθρωπος που κράτησε αυτό το όνειρο ζωντανό αποτρέποντας χρεοκοπίες, χτίζοντας μια επιχείρηση γύρω από τη φαντασίωση.
Υπήρξαν φίλοι, υπήρξαν εραστές για ένα διάστημα, υπήρξαν σύντροφοι σε όλα τα υπόλοιπα για σχεδόν έξι δεκαετίες. Ο Βαλεντίνο δεν έκανε ποτέ business. «Αυτό είναι η δουλειά του Τζανκάρλο.»
Αν ο Βαλεντίνο ήταν ο άνθρωπος που έβαλε στη Ρώμη μια παρισινή ακρίβεια, ο Τζαμέτι ήταν ο άνθρωπος που έκανε τη Ρώμη να μοιάζει με κράτος που μπορεί να στηρίξει τον μύθο της.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η γέννηση μιας υπογραφής: το κόκκινο
Ο Βαλεντίνο είχε κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητο: μια χρωματική υπογραφή που έγινε παγκόσμια γλώσσα. Το περίφημο Valentino red ήταν περισσότερο από απόχρωση: μια ολόκληρη υπόσχεση. Έλεγε ότι θα σε κοιτάξουν. Όχι επειδή κραυγάζεις, αλλά επειδή λάμπεις.
Η αφορμή, όπως την αφηγούνταν ο ίδιος, ήταν μια όπερα στη Βαρκελώνη όπου είδε τις γυναίκες ντυμένες στα κόκκινα να ξεχωρίζουν μέσα στο πλήθος σαν να είχαν ανάψει ένα προσωπικό εσωτεριό φως. Αποφάσισε τότε: «Το κόκκινο θα είναι το τυχερό μου χρώμα.» Και πράγματι, έγινε. Στο τέλος κάθε συλλογής, η κόκκινη τουαλέτα λειτουργούσε σαν τελεία. Σαν υπογραφή πάνω σε συμβόλαιο.
Σε έναν κόσμο που λατρεύει να αλλάζει πρόσωπο κάθε σεζόν, εκείνος έφτιαξε κάτι που δεν χρειαζόταν να αλλάξει ποτέ: ένα χρώμα που λειτουργούσε ως logo πριν η λέξη «branding» γίνει θρησκεία.
Το νυφικό της Τζάκι όταν παντρεύτηκε τον Ωνάση
Ο Βαλεντίνο έφτιαχνε ρούχα για γυναίκες που ήθελαν να φαίνονται σαν γεγονός. Όταν έραψε το κρεμ δαντελένιο φόρεμα για τον γάμο της Τζάκι Κένεντι με τον Αριστοτέλη Ωνάση το 1968, έγινε ο ενδυματολόγος μιας μεταφοράς εξουσίας: την Αμερική που παντρεύεται την ευρωπαϊκή μυθολογία. Έντυσε την ίδια την ιδέα ότι μπορείς να βγεις από το πένθος και να μπεις σε ένα νέο είδος μύθου, με ραφή, δαντέλα και σιωπηλό κύρος.
Έντυσε τη Φάρα Ντίμπα με το σαμπρέ σύνολο με το γούνινο γιακά που φόρεσε για να φύγει από το Ιράν όταν ο σάχης ανατράπηκε το 1979. Έντυσε την Μπερναντέτ Σιράκ την ημέρα που ο σύζυγός της ορκίστηκε πρόεδρος της Γαλλίας το 1995. Έντυσε την Ελίζαμπεθ Τέιλορ στην πρεμιέρα του «Spartacus» στη Ρώμη το 1960. Και, χρόνια μετά, έντυσε εκείνη τη στιγμή της βραβευμένης αμερικανικής αφήγησης: την Τζούλια Ρόμπερτς με την ασπρόμαυρη τουαλέτα στα Όσκαρ του 2001, την Κέιτ Μπλάνσετ με την κίτρινη μεταξωτή ταφτά στα Όσκαρ του 2005. Έντυσε με τα νυφικά του τις Ελληνίδες «πριγκίπισσες» των οικονομικών δυναστειών στην χώρα μας, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο.
Αν κοιτάξεις αυτή τη σειρά, βλέπεις τις τελετές του 20ού αιώνα: γάμους που έμοιαζαν με πολιτική, εξορίες που έμοιαζαν με πτώση αυτοκρατοριών, πρεμιέρες που έμοιαζαν με στέψεις, Όσκαρ που λειτουργούσαν σαν σύγχρονη αυλή. Και αυτό ήταν το ιδιαίτερο ταλέντο του: να κάνει την κομψότητα να λειτουργεί σαν δημόσιο γεγονός. Να κρατά την πολυτέλεια κλειστή και ακριβώς γι’ αυτό επιθυμητή.
Σε μια εποχή που ο καλλιτέχνης έπρεπε να φαίνεται βασανισμένος για να θεωρηθεί σοβαρός, ο Βαλεντίνο είχε το θάρρος ή την αφέλεια να πει το αντίθετο. Στην ογκώδη βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2007, έλεγε με έναν τρόπο σχεδόν απολογητικά ειλικρινή: κάποιοι δουλεύουν τόσο σκληρά που βασανίζονται. Εκείνος όχι. Δεν υπέφερε. Ήθελε να είναι χαρούμενος όταν σχεδιάζει.
Αυτή η φράση, όσο κι αν σκανδάλιζε τους λάτρεις του σκοτεινού ιδιοφυούς, εξηγεί πολλά: ο Βαλεντίνο δεν έφτιαχνε μόδα ως αγωνία για τον καιρό του. Έφτιαχνε μόδα ως αντίδοτο στον καιρό του. Δεν τον ενδιέφερε να «πιάσει» το zeitgeist, ούτε να γίνει πρωτοποριακός. Τον ενδιέφερε να κάνει τις γυναίκες του να φαίνονται εκθαμβωτικές. «Είναι πολύ απλό», έλεγε το 2007. «Προσπαθώ να κάνω τα κορίτσια μου να δείχνουν συκλονιστικά».
Η άνοδος: Φλωρεντία, Παρίσι, οι άδειες, το άρωμα, η αυτοκρατορία
Η μεγάλη του στιγμή ήρθε το 1962 όταν προσκλήθηκε να δείξει τις δημιουργικές του στη Φλωρεντία. Εκεί κέρδισε τους «κύκνους» της κοινωνίας, τις γυναίκες που δεν ακολουθούσαν τάσεις αλλά έμοιαζαν να τις γεννούν. Το 1964 γνώρισε την Τζάκι Κένεντι και η σχέση αυτή του άνοιξε τον κόσμο με τρόπο που καμία διαφήμιση δεν θα μπορούσε να αγοράσει.
Το 1968 έκανε την all-white συλλογή που κέρδισε την εύνοια της Νταϊάνα Βρίλαντ. Το 1975 μετέφερε το ready-to-wear στο Παρίσι. Το 1978 έβγαλε το πρώτο του άρωμα, που λεγόταν απλώς Valentino. Και μετά, άρχισε ο μηχανισμός του μαζικού εμπορίου: τσάντες, αποσκευές, ομπρέλες, μαντήλια· σε κάποιες αγορές ακόμη και αναπτήρες ή στυλό. Το όνομα έπαιρνε μορφή παντού, και παραδόξως δεν έχανε το κύρος του.
Το 1984 η ιταλική ολυμπιακή ομάδα φόρεσε Βαλεντίνο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες. Το 1985 ο πρόεδρος Σάντρο Περτίνι τον έκανε Μεγάλο Αξιωματικό του Τάγματος Αξίας της Ιταλικής Δημοκρατίας. Αυτές ήταν οι «χρυσές χρονιές», η περίοδος όπου η Ιταλία, μέσω της μόδας, άρχισε να μπαίνει στο ίδιο τραπέζι με το Παρίσι, όχι ως μαθητευόμενη αλλά ως ισότιμη.
Και μαζί, ο Βαλεντίνο και ο Τζαμέτι έκαναν κάτι ακόμα πιο δύσκολο: άνοιξαν τον δρόμο. Πριν το παγκόσμιο σύστημα των ομίλων πολυτελείας γίνει αυτό που ξέρουμε, εκείνοι είχαν ήδη δείξει ότι ένας ιταλικός οίκος μπορεί να σταθεί στο κέντρο του χάρτη. Ότι η ιταλική πολυτέλεια δεν είναι απλώς ιταλικό ταμπεραμέντο, αλλά και στρατηγική και οργάνωση.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η δεκαετία της «ασχήμιας» και η αμετακίνητη ευγένεια
Ύστερα ήρθαν τα ’90s, η εποχή της «ατημελησίας» ως μόδας: grunge, μινιμαλισμός, η επιθυμία για αποδόμηση. Δύο λέξεις που ο Βαλεντίνο δεν μπορούσε να ανεχθεί. «Δεν μπορώ να βλέπω γυναίκες αχτένιστες ή παράξενα ντυμένες», είχε πει. Κι αυτή η φράση, η ελιτίστικη, για άλλους ήταν η τελευταία γραμμή άμυνας ενός ανθρώπου που πίστευε πως η ομορφιά δεν είναι τρικ, είναι αυτοσεβασμός.
Το τίμημα ήταν ότι φαινόταν, σε ορισμένους κύκλους, «εκτός εποχής». Αλλά ακριβώς αυτό τον κράτησε ζωντανό: δεν κυνηγούσε τη νεότητα της μόδας. Έχτιζε διάρκεια. Και η διάρκεια, όπως κάθε αληθινή πολυτέλεια, είναι πάντα αντιδημοφιλής μέχρι να γίνει κλασική.
Το 1998, ο Βαλεντίνο και ο Τζαμέτι πούλησαν την εταιρεία τους για περίπου 300 εκατομμύρια δολάρια. Από εκεί αρχίζει το γνώριμο παιχνίδι: ιδιοκτήτες, μεταπωλήσεις, χρηματιστήριο, private equity. Όλα όσα ο ίδιος έβλεπε ως «σύστημα» που αλλάζει τη μόδα από δημιουργία σε διαχείριση. Και, τελικά, το 2008 αποσύρθηκε από τις πασαρέλες, ύστερα από την τελευταία couture συλλογή του. Είχε ήδη γίνει αυτό που λίγοι σχεδιαστές καταφέρνουν: να αποχωρήσει χωρίς να φαίνεται ηττημένος από το χρόνο.
«Είχα κάνει αρκετά», είπε κάποτε. Δεν ήθελε να είναι μέρος ενός κόσμου όπου η συζήτηση δεν αφορά πλέον τα φορέματα αλλά τις προβλέψεις πωλήσεων. Είχε, όπως το έβλεπε, κερδίσει το δικαίωμα να μείνει πιστός στην παλιά του ιδέα: ότι πρώτα υπάρχει το ρούχο, μετά όλα τα άλλα.
Μετά την αποχώρηση, ο οίκος πέρασε από διάφορα χέρια δημιουργικής διεύθυνσης: η Αλεσάντρα Φακινέτι για λίγο, κατόπιν οι Μαρία Γκράτσια Κιούρι και Πιερπάολο Πιτσιόλι (ο μακροβιότερος), και πρόσφατα ο Αλεσάντρο Μικέλε, ο βασιλιάς του παράξενου και του ατημέλητου στη σύγχρονη μόδα. Ήταν θερμόμετρο: πόσο «πολυτέλεια» αντέχει μια εποχή πριν νιώσει ότι απειλείται από αυτήν.
Το ντοκιμαντέρ: όταν η εικόνα γύρισε και τον κοίταξε
Το 2008, το ντοκιμαντέρ «Valentino: The Last Emperor» έδειξε στο ευρύ κοινό αυτό που οι μυημένοι ήξεραν πάντα: ότι η ομορφιά, σε αυτό το επίπεδο, δεν είναι χαλαρή. Είναι σκληρή. Είναι τελειομανής. Είναι ευάλωτη. Η ταινία, που αρχικά δεν άρεσε στον ίδιο και στον Τζαμέτι επειδή ήταν -«πολύ προσωπική», «όχι αρκετά για τα φορέματα»- έκανε κάτι που ίσως ούτε οι ίδιοι περίμεναν: τους έκανε είδωλα της ποπ κουλτούρας. Τους έκανε ανθρώπους.
Υπάρχει μια λεπτομέρεια χαρακτηριστική: μια σκηνή όπου ο Βαλεντίνο προλαβαίνει να διορθώσει το στολισμό στον ώμο ενός μοντέλου ένα δευτερόλεπτο πριν πατήσει στην πασαρέλα. Αυτό ήταν το σύμπαν του: το δευτερόλεπτο πριν. Η επιμονή ότι τίποτα δεν πρέπει να αφεθεί στην τύχη. Αξέχαστη είναι και η στιγμή που μαλώνει με τον Τζαμέτι για το αν πρέπει ή όχι να βάλουν άμμο στην πασαρέλα, και οι δυο άψογοι σαν να παίζουν στη Δυναστεία.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η «βασιλική» καθημερινότητα: σπίτια, τέχνη, τελετουργίες
Ο Βαλεντίνο δεν ζούσε απλώς πλούσια, αλλά σαν η καθημερινότητά του να είναι επέκταση της δουλειάς του. Οι κατοικίες του Λονδίνο, -Ρώμη, Μανχάταν, Γκστάαντ, το Château de Wideville έξω από το Παρίσι- ήταν σκηνικά μιας αισθητικής που δεν ανεχόταν την πρόχειρη λύση. Συλλογές πορσελάνης, χαλιά, έργα τέχνης, εσωτερικά σχεδιασμένα με την ίδια λογική που σχεδίαζε ένα φόρεμα: να υπηρετούν μια αίσθηση απόλυτης τάξης. Ένα γιοτ, το T.M. Blue One, με εσωτερικό από τον Πίτερ Μαρίνο, που βαφτίστηκε από τη Σοφία Λόρεν και συχνά το βλέπαμε σε ελληνικά νησιά ή έξω από το Island στη Βάρκιζα. Και μια αυλή: άνθρωποι, συνεργάτες, φίλοι, σκυλιά, μια μικρή κοσμική οικογένεια που ακολουθούσε τις εποχές.
Όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι απλώς επίδειξη. Ο σύντροφός του, ο Μπρους Χούκσεμα, είχε πει κάτι αποκαλυπτικό: ότι ο Βαλεντίνο έχτιζε ένα περιβάλλον όπου όλα είναι τέλεια και επέτρεπε στον εαυτό του να ζει μέσα σε αυτό, γιατί το χρειαζόταν για να είναι δημιουργικός. Ήθελε να απομονώνεται από την ασχήμια για να μπορεί να παράγει ομορφιά.
Ακόμη και μετά την επίσημη αποχώρησή του, δεν σταμάτησε να εμφανίζεται σαν ιδέα. Έφτιαξε one-off νυφικά για γυναίκες όπως η Αν Χάθαγουεϊ και η πριγκίπισσα Μαντλέν της Σουηδίας. Σχεδίασε κοστούμια για μια παραγωγή της «La Traviata| στη Ρώμη το 2016. Έγραψεένα βιβλίο-γιορτή για το τραπέζι, τη φιλοξενία, τη δική του τελετουργία του ευ ζην.
Και τα τελευταία χρόνια, μαζί με τον Τζαμέτι, εστίασε στο ίδρυμά τους και σε πολιτιστικές δράσεις στη Ρώμη, σαν να επέστρεφε εκεί όπου όλα ξεκίνησαν για να υπερασπιστεί το νόημα της ομορφιάς ως πολιτιστικό αγαθό. Η πιο διάσημη του φράση -«δεν φταίω εγώ αγαπώ την ομορφιά»- έγινε σχεδόν σύνθημα. Υπάρχει κάτι προκλητικό, σχεδόν παιδικό, σε αυτό: σαν να λέει ότι δεν χρωστά απολογία σε κανέναν. Σε μια εποχή που ζητά από τους πάντες να δικαιολογούν την απόλαυση, ο Βαλεντίνο επέμεινε πως η ομορφιά είναι αρκετή.
Τι ήταν, τελικά, ο Βαλεντίνο;
Ήταν ο σχεδιαστής που έντυσε την ιδέα της «κυρίας» όταν η λέξη άρχισε να θεωρείται παλιομοδίτικη. Ήταν ο άνθρωπος που έδωσε στην Ιταλία μια θέση στο παγκόσμιο τραπέζι της υψηλής μόδας. Ήταν ο δημιουργός που δεν ήθελε να είναι τάση, αλλά αιώνιος. Και ήταν, πάνω απ’ όλα, ένας άντρας που πίστευε ότι η ομορφιά δεν είναι επιπολαιότητα. Είναι εργασία. Είναι πειθαρχία. Είναι επιλογή. Είναι τρόπος να ζεις μέσα στον κόσμο χωρίς να αφήνεις τον κόσμο να σε παραμορφώσει.
Κάποτε, ένας Ρωμαίος πολιτικός είπε: «Στην Ιταλία υπάρχει ο Πάπας και υπάρχει ο Βαλεντίνο». Ήταν αστείο, αλλά και ακριβές. Γιατί ο Βαλεντίνο ήταν θεσμός αισθητικής.
Συνδέσου με την ομάδα του lamiareport.gr στο Viber για άμεση ενημέρωση
Ακολούθησε το LamiaReport.gr στο Google News για όλες τς τελευταίες χρηστικές ειδήσεις
Ακολούθησε το LamiaReport στο Facebook ...για να μη χάνεις είδηση!