Η ιστορία του «Panas» μιλά για κάτι πολύ οικείο: το βάρος του «τι θα πει ο κόσμος», ειδικά όταν μεγαλώνεις σε μια μικρή κοινωνία - Ο Γιώργος Παπασταμούλος, σεναριογράφος και σκηνοθέτης της ταινίας, εξηγεί στη lifo.gr πως γεννήθηκε η ιδέα για την ταινία.
Όταν είσαι παιδί σε ένα μικρό χωριό ή σε μια μικρή πόλη, μαθαίνεις πολύ νωρίς ότι όλοι ξέρουν όλους. Ξέρουν ποιος είσαι, ποιοι είναι οι γονείς σου, τι βαθμούς παίρνεις στο σχολείο, πού βγαίνεις, με ποιους κάνεις παρέα. Και συχνά, πριν καν προλάβεις να ανακαλύψεις εσύ τον εαυτό σου, κάποιος άλλος έχει ήδη αποφασίσει ποιος πρέπει να είσαι.
Το «καλό παιδί».
Το «ήσυχο παιδί».
Το παιδί που δεν δημιουργεί προβλήματα.
Το παιδί που ακολουθεί τους κανόνες.
Κάπως έτσι ξεκινά και η ιστορία του «Panas», της νέας ταινίας μεγάλου μήκους που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στη Φθιώτιδα, σε Κομποτάδες, Μεξιάτες και Λελέικα Υπάτης, από μια ομάδα ανθρώπων που εδώ και χρόνια επιμένει να δημιουργεί κινηματογράφο μακριά από το κέντρο.
Ο ήρωας της ταινίας, ο Παναγιώτης, είναι ένας έφηβος που όλοι θεωρούν «το καλό παιδί» του χωριού. Όμως πίσω από αυτή την εικόνα κρύβεται μια εσωτερική σύγκρουση που μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η βαθιά σχέση του με την ξαδέρφη του, ένα κορίτσι στο φάσμα του αυτισμού, αλλά και ο ιδιαίτερος δεσμός του με τον ετοιμοθάνατο παππού του, τον οδηγούν να δημιουργήσει έναν δικό του κόσμο. Έναν κόσμο όπου κυριαρχεί ο θεός Πάνας, προστάτης της φύσης, των ζώων αλλά και όλων όσοι δεν χωρούν εύκολα στα κουτάκια της «κανονικότητας».
Πίσω από αυτή την ιστορία, όμως, υπάρχει μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ιστορία, εκείνη των ανθρώπων που αποφάσισαν να τη γυρίσουν.
Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης της ταινίας, Γιώργος Παπασταμούλος, λέει πως η ιδέα γεννήθηκε από μια απλή αλλά επίμονη σκέψη: γιατί εξακολουθούμε να κουβαλάμε στερεότυπα που γνωρίζουμε ότι μας πληγώνουν; «Έτσι τα βρήκαμε, έτσι μάθαμε εμείς», είναι μια φράση που, όπως λέει, ακούει διαρκώς γύρω του.
Και ίσως γι’ αυτό το «Panas» δεν είναι απλώς μια ταινία ενηλικίωσης, είναι μια ταινία για όλα εκείνα που περνούν από γενιά σε γενιά χωρίς ποτέ να αμφισβητούνται. Για τα αγόρια που μαθαίνουν ότι πρέπει να συμπεριφέρονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Για τα παιδιά που νιώθουν διαφορετικά. Για τις οικογένειες που εξακολουθούν να κρύβουν κάτω από το χαλί όσα φοβούνται να αντιμετωπίσουν. «Δεν αντέχω άλλο αυτή την έκφραση: “Τι θα πει ο κόσμος”», μας λέει χαρακτηριστικά.

Ο Γιώργος Παπασταμούλος
—Η ταινία «Panas» μοιάζει να ακουμπά δύσκολα αλλά πολύ ανθρώπινα θέματα γύρω από τη διαφορετικότητα, την εφηβεία και την επαρχία. Πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτής της ιστορίας και γιατί ένιωσες ότι έπρεπε να ειπωθεί τώρα;
Η ιδέα μού γεννήθηκε από μια πολύ απλή σκέψη: τι θα γίνει επιτέλους με τα στερεότυπα και τα κακώς κείμενα που περνούν από γενιά σε γενιά; "Έτσι τα βρήκαμε, έτσι μάθαμε εμείς, αυτό ξέρουμε εμείς…" Εκφράσεις που ακούμε συνεχώς από τους παλιότερους εδώ και χρόνια. Συχνά, αποτελούν την μοναδική τους απάντηση, είτε για να αποφύγουν δύσκολες καταστάσεις είτε για να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι κανείς δεν κάνει τίποτα ώστε να μην επαναληφθούν.
Για παράδειγμα: Τα αγόρια στον ελεύθερο χρόνο τους παίζουν μπάλα, δεν διαβάζουν βιβλία. Το ανίψι στο φάσμα του αυτισμού το κρατάμε στο σπίτι για να μην το κοροϊδεύουν τα άλλα παιδιά. Και τόσα άλλα που δυστυχώς συναντάμε ακόμη και σήμερα στην ελληνική επαρχία. Αυτή η πρώτη απλή σκέψη με οδήγησε στη συνειδητοποίηση ότι ενώ κάτι που μας ενοχλούσε ήδη από την εποχή της δικής μας εφηβείας, εν τούτοις εμείς οι ίδιοι το συνεχίζουμε και το μεταφέρουμε στη νέα γενιά.
Ιδέες, προκαταλήψεις, συμπεριφορές που τις έχουμε εντοπίσει ως ενοχλητικές, μας πληγώνουν, μας αρρωσταίνουν, κι όμως, συνεχίζουμε να τις κρύβουμε κάτω από το χαλάκι, όπως έκαναν και οι πρόγονοί εδώ και δεκαετίες. Γιατί άραγε; Γιατί στην ελληνική κοινωνία δεν υπάρχει χώρος για τα αγόρια στην εφηβεία που δεν θέλουν να παίζουν ποδόσφαιρο με τα άλλα αγόρια; Δεν αντέχω άλλο αυτή την έκφραση: "Τι θα πει ο κόσμος…". Και δεν έχει να κάνει τόσο με το γιατί ένιωσα ότι πρέπει να ειπωθεί τώρα, όσο με το γιατί δεν μιλάμε περισσότερο γι’ αυτό. Περισσότερο και συνεχώς. Μέχρι να εκλείψει.
Είναι δύσκολο να μη νιώσεις ότι αυτή η φράση αφορά λίγο-πολύ όλους μας. Γιατί μπορεί η ιστορία να διαδραματίζεται σε ένα χωριό της ελληνικής επαρχίας, όμως τα ερωτήματα που θέτει είναι απολύτως σύγχρονα και οικουμενικά. Τι σημαίνει τελικά φυσιολογικός; Ποιος αποφασίζει ποια ζωή αξίζει αποδοχή; Και πόσο χώρο αφήνουμε στους νέους ανθρώπους να ανακαλύψουν ποιοι πραγματικά είναι;
Ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας δεν είναι τυχαίος. Στη μυθολογία, ο Πάνας ήταν μια μορφή που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλο. Μισός άνθρωπος και μισός τράγος, γεννήθηκε διαφορετικός και γι’ αυτό αρχικά απορρίφθηκε. Για τον έφηβο Παναγιώτη της ταινίας, ο Πάνας γίνεται ένα είδος προσωπικού ήρωα, κάποιος που του δίνει το κουράγιο να ονειρευτεί μια ζωή έξω από τα όρια που του επιβάλλουν οι άλλοι.
Όπως εξηγεί ο Γιώργος Παπασταμούλος, η εφηβεία είναι ίσως η περίοδος όπου τα παιδιά δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση να προσαρμοστούν. Εκεί όπου τα «πρέπει» γίνονται πιο δυνατά από τις επιθυμίες τους. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η καρδιά της ταινίας, στην προσπάθεια ενός νέου ανθρώπου να μη χάσει τον εαυτό του, να μη δεχτεί αδιαμαρτύρητα τις ταμπέλες που του μοιράζουν, να κρατήσει ζωντανά τα όνειρά του.

—Ο πρωταγωνιστής δημιουργεί έναν δικό του φαντασιακό κόσμο γύρω από τον θεό Πάνα. Τι συμβολίζει αυτή η μορφή και πώς συνδέεται με την ψυχολογία του ήρωα;
Ο Πάνας, στα μάτια του έφηβου Παναγιώτη, δεν είναι παρά ο ήρωάς του. Aυτός που του δίνει τη δύναμη να ανοίξει τα φτερά του και να πετάξει, προς τη ζωή που ονειρεύεται.
Γεννήθηκε μισός άνθρωπος και μισός τράγος. Το σώμα του ήταν γεμάτο χοντρές τρίχες, είχε ουρά, πόδια και κέρατα τράγου, γένι και μυτερά αυτιά. Ο μύθος λέει ότι η μητέρα του τρόμαξε τόσο όταν τον είδε που τον εγκατέλειψε. Ο πατέρας του, όμως, ο Ερμής, παρακολουθώντας τη σκηνή, έτρεξε στο παιδί του, το πήρε αγκαλιά και το ανέβασε στον Όλυμπο, όπου οι θεοί το καλοδέχτηκαν. Οι θεοί χάρηκαν και γέλασαν με την παράξενη μορφή του και γι’ αυτό οτου έδωσαν το όνομα Παν, επειδή οι πάντες ευχαριστήθηκαν όταν τον είδαν.
Μεταφορικά λοιπόν, στην εφηβεία τα σώματα και ο ψυχισμός αλλάζουν, προκαλώντας έντονα και συχνά αντιφατικά συναισθήματα. Ταυτόχρονα, είναι δυστυχώς και η περίοδος που κόβονται τα φτερά των ονείρων των περισσότερων παιδιών, από την ίδια την οικογένεια και από την κοινωνία. Όλα τα πρέπει, που έχουν ξεκινήσει ήδη από όταν είμαστε μωρά σχεδόν, τώρα γίνονται πιο επιτακτικά. Μοιράζονται ρόλοι και ταμπέλες πριν καν προλάβει ο έφηβος να κατανοήσει ποιος είναι και να αισθανθεί τι θέλει. Κάποιοι, λοιπόν, θα αρνηθούν αυτό που γίνονται. Αλλά κάποιοι άλλοι θα το δεχτούν με χαρά.
Στον δικό μας Πάνα ασχολούμαστε με εκείνους που δεν δέχονται να κατανοήσουν τον ψυχισμό του εφήβου και προσπαθούν να τον προσαρμόσουν στα πρέπει της κοινωνίας. Αυτά τα πρέπει που οδήγησαν μια ολόκληρη οικογένεια, εδώ και χρόνια, στη ντροπή και στην καταπίεση. Και αυτό συνεχίζεται, μιας και "έτσι μάθαμε...".
Η λέξη πανικός προέρχεται από το όνομα του θεού Πάνα. Αυτόν τον πανικό, λοιπόν, διαπραγματευόμαστε. Tον πανικό που οδηγεί εδώ και χρόνια μια ολόκληρη κοινωνία να επαναλαμβάνει τα ίδια στερεότυπα. Παρόλο που την ενοχλούν, την πληγώνουν, την οδηγούν στον γκρεμό κι όμως, από φόβο, από αμηχανία, από αδράνεια, ο φαύλος κύκλος του κακού συνεχίζεται. Και πάντα επιστρέφουν στο ίδιο άλλοθι: "εμείς έτσι τα βρήκαμε…"
Αν όμως η ιστορία του «Panas» μιλά για την ανάγκη να σπάσουμε στερεότυπα, η ίδια η παραγωγή της ταινίας μοιάζει να κάνει ακριβώς το ίδιο. Η Belle Arte, η ομάδα που βρίσκεται πίσω από το εγχείρημα, δραστηριοποιείται στη Λαμία εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες. Μέσα από ντοκιμαντέρ, ταινίες μυθοπλασίας και πολιτιστικές δράσεις, έχει καταφέρει να χτίσει ένα δίκτυο ανθρώπων που πιστεύουν ότι η δημιουργία δεν είναι προνόμιο μόνο των μεγάλων αστικών κέντρων.
Ο Γιώργος Παπασταμούλος περιγράφει μια «παρέα» περίπου 50 ανθρώπων που επέλεξαν να μείνουν και να δημιουργήσουν στον τόπο τους. Ανθρώπους που μπορεί το πρωί να εργάζονται σε εντελώς διαφορετικά επαγγέλματα, αλλά το απόγευμα να μεταμορφώνονται σε ηχολήπτες, μοντέρ, διευθυντές φωτογραφίας, παραγωγούς και κινηματογραφιστές. «Όταν συνειδητοποιήσαμε ότι είμαστε πολλοί, το τολμήσαμε», μας λέει. Και το αποτέλεσμα φαίνεται ήδη να δικαιώνει αυτή την επιλογή.
Η Belle Arte δεν ξεκινά από το μηδέν. Στο ενεργητικό της βρίσκονται παραγωγές όπως το «Δέκα Λεπτά» με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Κωνσταντίνου, τα ντοκιμαντέρ «KARIBU», το «Satonella» που προβλήθηκε στο Παγκόσμιο Φόρουμ για την Κλιματική Αλλαγή στο Αζερμπαϊτζάν και αρκετές ακόμη δουλειές που έχουν ταξιδέψει σε φεστιβάλ στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Το μεγάλο τους όραμα, ωστόσο, είναι ακόμη πιο φιλόδοξο: να δημιουργηθεί στη Φθιώτιδα ένα πραγματικό κινηματογραφικό hub. Ένα μικρό «Χόλιγουντ», όπως το περιγράφει ο ίδιος, όπου θα μπορούν να γυρίζονται ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, ντοκιμαντέρ και κάθε είδους οπτικοακουστικές παραγωγές.
Ακούγεται ίσως ουτοπικό, αλλά πριν από μερικά χρόνια, πιθανότατα ουτοπικό θα ακουγόταν και το ότι μια ομάδα ανθρώπων από τη Λαμία θα έστηνε μια ταινία μεγάλου μήκους με δεκάδες ηθοποιούς και συντελεστές, γυρίζοντας σκηνές σε χωριά της Φθιώτιδας. Κι όμως, συμβαίνει.

—Μετά τις προηγούμενες δουλειές της BelleArte Lamia και τη διεθνή πορεία κάποιων παραγωγών σας, ποιο είναι το προσωπικό σου όραμα για το μέλλον της ομάδας;
Να πρωτοστατήσει στη δημιουργία ενός κινηματογραφικού hub στη Φθιώτιδα. Όπως είπα και πριν, ένα μικρό Χόλιγουντ όπου θα μπορούν να γυρίζονται ταινίες, σειρές, τηλεπαιχνίδια, ακόμη και καθημερινές εκπομπές. Μόλις δύο ώρες από την κορεσμένη (από άποψη στούντιο) Αθήνα, και με πολύ πιο ανθρώπινες συνθήκες, τα γυρίσματα θα μπορούσαν να ολοκληρώνονται σε συντομότερο χρονικό διάστημα. Ήρθε η ώρα να τολμήσουμε κάτι διαφορετικό. Με τις ταινίες μας (Karibu, Hillten, Δέκα Λεπτά, Satonella, Movimentos κ.ά.) και την έως τώρα πορεία τους, αποδείξαμε ότι δεν χρειάζεται να ζει κανείς στην Αθήνα για να δημιουργήσει.
Ας το δούμε πιο σοβαρά και ας οραματιστούμε ότι, σε λίγα χρόνια, οι πρώτες παραγωγές θα γυρίζονται στα δικά μας στούντιο, εδώ στη Λαμία.

Ο Ρωμανός Κατσαρής υποδύεται τον Παναγιώτη, έναν έφηβο που ζει σε ένα μικρό χωριό και θεωρείται το "καλό παιδί" της γειτονιάς.

Ο Παναγιώτης βιώνει την εφηβεία του υπό έντονη κοινωνική πίεση, γεγονός που τον οδηγεί σε μια βίαιη έκρηξη εναντίον ενός πολύ αγαπημένου του προσώπου
Μάλιστα, κάποιες από τις πιο δυνατές στιγμές των γυρισμάτων προέκυψαν ακριβώς επειδή η παραγωγή πραγματοποιείται στην επαρχία. Όταν χρειάστηκαν περισσότερους από 200 εθελοντές για τη σκηνή ενός πανηγυριού, οι τοπικοί σύλλογοι ανταποκρίθηκαν άμεσα. Όταν προέκυπταν μικρές ή μεγάλες δυσκολίες, οι λύσεις βρίσκονταν μέσα από ανθρώπους που γνωρίζονταν μεταξύ τους. Και κάπου εκεί αποδεικνύεται ότι οι μικρές κοινότητες έχουν ακόμη κάτι πολύτιμο που οι μεγάλες πόλεις συχνά χάνουν: τη συλλογικότητα.
Ο ίδιος θυμάται ως πιο συγκλονιστική στιγμή ένα γύρισμα στο Κεφαλόβρυσο Μεξιατών. Μια σκηνή όπου ο νεαρός πρωταγωνιστής, μετά από μια συμβολική «θυσία», επιστρέφει και κοιτάζει κατάματα τους ανθρώπους γύρω του. Ένα βλέμμα που μοιάζει να λέει: «Για όσα ζω, ευθύνεστε κι εσείς».
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο δυνατό μήνυμα του «Panas»: ότι οι κοινωνίες δεν αλλάζουν μόνες τους, ότι τα στερεότυπα δεν εξαφανίζονται επειδή πέρασαν τα χρόνια, ότι η διαφορετικότητα δεν χρειάζεται ανοχή αλλά αποδοχή. Και ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη από κάτι πολύ πιο απλό από συμβουλές και κανόνες· έχουν ανάγκη να τους επιτρέψουμε να ανοίξουν τα φτερά τους.

Το μεγάλο όραμα είναι να δημιουργηθεί στη Φθιώτιδα ένα πραγματικό κινηματογραφικό hub, όπου θα μπορούν να γυρίζονται ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, ντοκιμαντέρ και κάθε είδους οπτικοακουστικές παραγωγές.
—Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες αλλά και οι πιο δυνατές στιγμές στα γυρίσματα μιας τόσο απαιτητικής παραγωγής που στήνεται στην επαρχία;
Ξέρω ότι δεν πρωτοτυπώ τονίζοντας ότι το μεγαλύτερο μας πρόβλημα δεν ήταν άλλο από την χρηματοδότηση, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις ελληνικές κινηματογραφικές παραγωγές. Εξίσου απαιτητικός ήταν και ο συντονισμός τόσων πολλών συντελεστών, αφού, όπως είπα και πριν, οι περισσότεροι από τους επαγγελματίες ηθοποιούς μας έπρεπε να βρουν κενά μέσα στο φορτωμένο πρόγραμμά τους στην Αθήνα.
Θα ήθελα όμως να προσθέσω ότι, με την επιλογή να γίνουν όλα στη Φθιώτιδα, πολλά πράγματα έγιναν πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι θα ήταν σε μια μεγαλούπολη. Για παράδειγμα, οι συνεργασίες με φορείς, των οποίων η βοήθεια ήταν απαραίτητη, λύνονταν μέσα σε λίγες ώρες, μιας και εδώ οι περισσότεροι γνωριζόμαστε. Η σκηνή του πανηγυριού γυρίστηκε με τη συμμετοχή πάνω από 200 εθελοντών–κομπάρσων, κάτι που ακούγεται δύσκολο, αλλά εδώ οργανώθηκε με σχετική ευκολία χάρη στη στήριξη πολλών χορευτικών συλλόγων. Επίσης, πολλές μικρές αλλά κρίσιμες λεπτομέρειες, (είτε σκηνογραφικά, είτε ενδυματολογικά, είτε και τεχνικά κλπ) αναγκαίες για την ολοκλήρωση κάθε σκηνής καλύφθηκαν γρήγορα και άμεσα από γνωστούς και φίλους.
Ζήσαμε πολλές δυνατές στιγμές, κρατάω μια που προσωπικά με συγκλόνισε. Σε ένα γύρισμα στο Κεφαλόβρυσο (ένα πανέμορφο μέρος στο χωριό Μεξιάτες Φθιώτιδας), όταν ο πρωταγωνιστής μας έπρεπε να επιστρέψει μετά από μια σκηνή “θυσίας” και να μας κοιτάξει όλους στα μάτια. Ήταν μια βαθιά συγκινητική στιγμή, γιατί μέσα από το βλέμμα του μας λέει: “Για όσα ζω, ευθύνεστε κι εσείς… Δεν φταίνε μόνο οι πρόγονοί μας. Φταίμε κι εμείς που δεν κάνουμε τίποτα για να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο των στερεοτύπων που κουβαλάμε γενιές και γενιές”.
Αν ο Γιώργος Παπασταμούλος έπρεπε να συνοψίσει την ταινία σε ένα μόνο συναίσθημα, αυτό θα ήταν η αγάπη. «Η αγάπη τα νικάει όλα», μας λέει. Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο αισιόδοξο στοιχείο αυτής της ιστορίας, ότι μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο φόβους, ταμπέλες και στερεότυπα, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που επιμένουν να δημιουργούν και νέοι που επιμένουν να ονειρεύονται. Ακόμη κι αν χρειαστεί να το κάνουν από ένα μικρό χωριό της Φθιώτιδας.
—Αν έπρεπε να περιγράψεις το «Panas» με μία εικόνα ή ένα συναίσθημα που θέλεις να μείνει στον θεατή όταν τελειώσει η ταινία, ποιο θα ήταν αυτό;
Η αγάπη τα νικάει όλα! Αυτό θα ήθελα να κρατήσουμε. Η αγάπη και η ευτυχία είναι τα μοναδικά ίσως πράγματα που η μισαλλοδοξία και το μίσος δεν μπορούν να νικήσουν. Χρειάζεται όμως κι από εμάς επαγρύπνηση. Δυστυχώς, στην Ελλάδα συνηθίζουμε να κρύβουμε κάτω από το χαλάκι πολλά από τα κακώς κείμενά μας, κι έτσι αυτά διαιωνίζονται. Είναι σημαντικό όλοι να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Ας αντιμετωπίσουμε το διαφορετικό, ακόμη κι αν δεν το καταλαβαίνουμε, με αποδοχή και αγάπη, ώστε να μπορούμε να είμαστε όλοι πιο ευτυχισμένοι. Μην κόβουμε τα φτερά κανενός. Ειδικά των νέων παιδιών.
Σενάριο / Σκηνοθεσία: Γιώργος Παπασταμούλος
Διευθυντής Φωτογραφίας: Άκης Λούκας
Μοντάζ: Παναγιώτης Παπαρούπας
Ηχοληψία: Δημήτρης Μπιζάκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Εύα Νίκα
Μακιγιάζ: Έμμυ Πανουργιά
Κομμώσεις: Ιωάννα Χουσιάδα
Ενδυματολόγος: Σίσσυ Νικολοπούλου
Κινησιολογία: Γιάννης Καλογήρου
Οργάνωση Παραγωγής: Όλγα Καλόγηρου
Παραγωγή: BelleArte, Εύη Γκόγια, Οδυσσέας Δανιήλ, Αρετή Τουρπέτα, Λάμπρος Σταυρογιάννης, Σεραφείμ Γεωργίου
Παίζουν: Μαρία Παπαφωτίου, Ρωμανός Κατσαρής, Χρήστος Στεφανής, Ειρήνη Δάμπαση, Εύα Νίκα, Νάνσυ Ράπτη, Σοφία Αλαφοδήμου, Αντώνης Καρπέτας, Βαγγέλης Μπαλατσούκας, Ευαγγελία Σταματίου, Δήμητρα Χατζηνικολάου, Κωνσταντίνος Τσιμπούκας, Βασίλης Πανουργιάς, Θεόδωρος Ράρρας, Μάνος Γιαταγάνας, Οδυσσέας Δανιήλ, Αρετή Τουρπέτα, Λάμπρος Σταυρογιάννης, Εύη Γκόγια, Κώστας Καρυαμπάς, Βίκυ Παναγιωτοπούλου, Αρετή Κανέλλου, Χαράλαμπος Τσούκαλος, Αντώνης Μπελτεγρής, Στυλιανός Ζίρκα, Βασίλειος Κυρίτσης, Νίκος Αποστολόπουλος, Άγγελος Σανίδας, Γιάννης Παλιάκος, Βασιλική Μπέσσα, Βασίλειος Γκορτσαλής, Γρηγόρης Πολύμερος, Σωτήρης Σχίζας, Γιάννης Λάππας, Ελένη Μπαλταδούρου, Ηρώ Δημητρίου, Ιωάννα Πολυμέρου, Γιάννης Καλογήρου, Κωνσταντίνος Δημητρίου, Νεκταρία Μαράκα, Γιούλη Νέλλα, Σίσσυ Νικολοπούλου, Πέτρος Καραγεώργος, Αναστασία Θωμαΐδου, Γιώργος Κουκουφίκης, Αποστολία Κουκουφίκη, Δήμητρα Κουκουφίκη, Όλγα Καλογήρου, Νάνσυ Ράπτη, Δημήτρης Κόρακας, Κωνσταντίνα Κασούμη και πολλοί άλλοι.