Γιατί η αντιπαροχή βοήθησε την ελληνική κοινωνία και γιατί πλέον είναι αιτία που οι άνθρωποι δεν ζουν καλά στις ελληνικές πόλεις

Δημοσιεύτηκε: Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2022 10:10 Γιατί η αντιπαροχή βοήθησε την ελληνική κοινωνία και γιατί πλέον είναι αιτία που οι άνθρωποι δεν ζουν καλά στις ελληνικές πόλεις

Γράφει ο Βούλγαρης Ιωάννης (Επιστημονικός Συνεργάτης Δήμου Λαμιέων/ Χωροτάκτης – Πολεοδόμος/ Αναλυτής Γεωγραφικών Δεδομένων)

“… πίσω από τους πασσάλους με απλωμένα ρούχα, εισέρχεται κάποιος σε αυτό το χάος από μικρές μονώροφες και ενός δωματίου καλύβες, οι περισσότερες των οποίων δεν είχαν καν τεχνητό δάπεδο και η κουζίνα, το σαλόνι και το δωμάτιο ήταν ο ίδιος χώρος. Σε αυτές τις τρύπες, με τα βίας 1,5 μέτρο επί 2, έβρισκα 2 «ο Θεός να τα κάνει» κρεβάτια το ένα πάνω από το άλλο ενωμένα με σκάλα και μια σόμπα, να γεμίζουν το χώρο…” Friedrich Engels, 1892.

Αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο του Friedrich Engels «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία το 1844» περιγράφει τις συνήθεις κατοικίες των εργατών στο Manchester την περίοδο της αστικοποίησής του λόγω της βιομηχανικής επανάστασης. Με ακόμα πιο μελανά χρώματα περιγράφονται και οι συνθήκες διαβίωσης αυτών, λόγων της υψηλής αστικής πυκνότητας και της έλλειψης υποδομών και ελεύθερων χώρων. Αντίστοιχη κατάσταση υπήρχε και στη Νέα Υόρκη στα τέλη το 19ου αρχές του 20ου αιώνα, όπως φαίνεται στην παρακάτω φωτογραφία. Τα κτίρια ήταν πολύ στενά και τα διαμερίσματα ονομαζόντουσαν «σιδηρόδρομοι». Στα δωμάτια αυτών ζούσαν διαφορετικές οικογένειες και υπήρχε μια τουαλέτα ανά 20 άτομα(!) και αυτό βάσει νόμου.

Σπίτι σιδηρόδρομος Νέα Υόρκη

Παρόμοιες συνθήκες διαβίωσης έζησαν οι άνθρωποι σχεδόν σε όλες τις μεγαλουπόλεις της Δύσης κατά τη διάρκεια της αστικοποίησης αυτών, για παράδειγμα η Εικόνα 2 δείχνει στα δεξιά μια σουηδική αφίσα του 1946 από επίσημο κρατικό φορέα που λέει στους σουηδούς «Μην ψάχνετε να έρθετε στη Στοκχόλμη – 21000 ψάχνουν μάταια σπίτι» και στα αριστερά κάποια πρόχειρα καταλύματα που χτίστηκαν εντός ενός γυμναστηρίου.

Αφίσα Γραφείου Πολεοδομικού Σχεδιασμού Δήμου Στοκχόλμης

Εικόνες παρόμοιες με αυτές μπορεί να βρει κάποιος και στην Αθήνα στην γειτονιά Ασύρματος (η ταινία Συνοικία το Όνειρο είναι γυρισμένη εκεί) μετά τη μικρασιατική καταστροφή, αλλά και αλλού, όμως η διαφορά μας από τις αντίστοιχες περιπτώσεις του εξωτερικού είναι η χρονική διάρκεια αυτών.

Η διαβίωση σε αυτές τις συνθήκες στο εξωτερικό διήρκησε πολλές δεκαετίες σε αντίθεση με την Ελλάδα που σχετικά γρήγορα το κράτος υιοθέτησε την πολιτική της αντιπαροχής (1929) και οι άνθρωποι βρήκαν στέγη ικανοποιητικών προδιαγραφών. Τα αντανακλαστικά μας ήταν γρήγορα, αφού η αστικοποίηση ξεκίνησε τη δεκαετία το 1950 και η αντιπαροχή στις αρχές του 1960 ήταν στο απόγειό της, σε αντίθεση με πολλές βιομηχανικές χώρες που ενώ είχαν προβλήματα αστικοποίησης από τον 18ο αιώνα, τα αντιμετώπισαν μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, δηλαδή με καθυστέρηση 45-50 χρόνων.

Το σύστημα της αντιπαροχής ήταν στην ουσία μια μετατόπιση της κρατικής κοινωνικής πολιτικής για τη στέγαση των πολιτών, στον ιδιωτικό τομέα, με αποτέλεσμα την ταχύτατη ανοικοδόμηση με κίνητρο το γρήγορο κέρδος. Στην αντιπαροχή ο ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου το παραχωρούσε προς ανέγερση σε κάποιον κατασκευαστή με αντάλλαγμα αντί για κάποιο ποσό ένα ή περισσότερα διαμερίσματα. Ο κατασκευαστής έπαιρνε στην κυριότητά το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, το οποίο και αυτό υπό μορφή διαμερισμάτων το πουλούσε.

Τα αποτελέσματα γνωστά, μικρές πολυκατοικίες η μια δίπλα στην άλλη, υψηλή αστική πυκνότητα, κακός φωτισμός και αερισμός, ελάχιστοι κοινόχρηστοι χώροι, «ζωντανές» γειτονιές, φτηνή κατοικία ικανοποιητικών προδιαγραφών, μίξη χρήσεων κ.ο.κ. Μια θάλασσα τσιμέντου με δυνατή κοινωνική συνοχή. Πέραν αυτών όμως, η αντιπαροχή οδήγησε και σε εκτίναξη της πολυιδιοκτησίας γης σε προϋφιστάμενα μικρά οικόπεδα, την ύπαρξη διαφορετικών συμφερόντων εντός του ίδιου οικοπέδου, την ενίσχυση της κουλτούρας της ατομικότητας και πολλά άλλα.

Αυτή η σχέση των ελλήνων με την ιδιοκτησία τους απεικονίζεται ιδανικά σε μια διαφήμιση που αφορά την προσφορά στεγαστικού δανείου από κάποια τράπεζα. «- Δικό μου είναι, ότι θέλω το κάνω!», λέει η ιδιοκτήτρια στον απορημένο εργολάβο που σημείωνε ότι πρέπει να κατεδαφίσει έναν ολόκληρο τοίχο. Αυτή η φράση εμπεριέχει την νοοτροπία του «Έχω κάθε δικαίωμα επί του ακινήτου μου, ακόμα και αν αυτό που θέλω είναι λάθος ή δημιουργεί πρόβλημα, είτε σε εμένα, είτε στους γύρω μου».

Αυτό το αναφαίρετο δικαίωμα στην ιδιοκτησία οδήγησε στη λογική πως η διαμόρφωση ενός σπιτιού σύμφωνα με τα θέλω του ιδιοκτήτη του συνεπάγεται και βελτίωση της ποιότητα διαβίωσης αυτού. Βέβαια, το τι ορίζεται ως ποιότητα ζωής είναι αφενός κάτι το προσωπικό και αφετέρου αλλάζει με την πάροδο των χρόνων. Κάποτε βελτίωση στην ποιότητα ζωής ενός ανθρώπου ήταν να έχει τρεχούμενο νερό και τουαλέτα μέσα στο σπίτι του, σήμερα αυτό είναι δεδομένο σχεδόν για όλους. Τώρα πλέον η ποιότητα ζωής είναι η καθαρότητα του τρεχούμενου νερού ή η συχνότητα αποκομιδής σκουπιδιών ή τα αιωρούμενα σωματίδια στον αέρα ή η ποσότητα πρασίνου και η πρόσβαση σε αυτό, κοκ.

Για να δούμε τον αντίκτυπο της αντιπαροχής στη μέση ελληνική πόλη, επιλέχθηκε το κεντρικό τμήμα της πόλης της Λαμίας ως περιοχή μελέτης. Ο λόγος είναι διότι για τη Λαμία υπάρχουν δεδομένα για να αναλυθούν και όχι γιατί αποτελεί ένα καλό ή κακό παράδειγμα αστικοποίησης. Επίσης η Λαμία εξελίχθηκε αστικά όπως σχεδόν όλες οι πόλεις που είναι πρωτεύουσες νομών, άρα τα συμπεράσματα από τη Λαμία μπορούν εύκολα να γενικευτούν και να γίνουν αντιληπτά και από κατοίκους άλλων πόλεων.

Κεντρικό τμήμα της πόλης ορίζεται ο χώρος από την «Άνοιξη» ως τον σιδηροδρομικό σταθμό, στον άξονα βορρά-νότου, και από το στρατόπεδο Τσαλτάκη ως την οδό Τυμφρηστού, στον άξονα ανατολής-δύσης. Ένας διευρυμένος χώρος του κέντρου της πόλης χωρίς να περιλαμβάνονται οι ιστορικές γειτονιές των Γαλανέικων, του Παγκρατίου, της Νέας Άμπλιανης, του Αφανού κλπ.

Κεντρικό τμήμα πόλης Λαμίας

Η έκταση του χώρου αυτού είναι σχεδόν 1000 στρέμματα και από αυτά τα 850 περίπου είναι τα οικοδομικά τετράγωνα και τα 150 οι δρόμοι και οι κοινόχρηστοι χώροι. Από τα 850 στρέμματα δομήσιμης επιφάνειας αυτή που δομήθηκε είναι ανάμεσα σε 60% και 70% ανάλογα με την περίοδο κατασκευής του κτιρίου. Όσο παλιότερο το κτίριο άρα και κοντύτερα στην περίοδο ακμής της αντιπαροχής, τόσο πιο κοντά το ποσοστό κάλυψης στο 70%.

Τουτέστιν ο δομημένος χώρος στο κεντρικό τμήμα της πόλης είναι από 510 – 595 στρέμματα, όταν οι κοινόχρηστοι χώροι είναι περίπου 20 στρέμματα. Δηλαδή έχουμε, στη μέση ελληνική πόλη, λίγο κάτω από 30 φορές (!) περισσότερο χτισμένο χώρο απ’ ότι ελεύθερο, ενώ οι ελεύθεροι χώροι είναι «ριγμένοι» και σε σχέση και με το οδικό δίκτυο, όπου για ένα στρέμμα πλατείας αντιστοιχούν 6 στρέμματα δρόμου.