ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Αναζήτηση:
CREATE IMAGE

Η Ελλάδα του «δεν βγαίνω» και του «έλα μωρέ, κάτι θα γίνει» (του Γιώργου Καρανάσιου)

Η Ελλάδα του «δεν βγαίνω» και του «έλα μωρέ, κάτι θα γίνει»  (του Γιώργου Καρανάσιου)

Γράφει ο Γεώργιος Καρανάσιος.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του lamiareport.gr στην Google

Κάτσε, φίλε, να τα πούμε όπως θα τα λέγαμε στο καφενείο. Χωρίς οικονομολόγους με γραβάτες, χωρίς τηλεοπτικούς φωστήρες και χωρίς εκείνα τα κυβερνητικά «success stories» που τα ακούς στην τηλεόραση και για μια στιγμή νομίζεις ότι ζεις στην Ελβετία.

Γιατί υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια που μάλλον μας διαφεύγει: η Ελλάδα δεν πηγαίνει απλώς στραβά. Το χειρότερο είναι ότι αρχίσαμε να θεωρούμε το στραβά… φυσιολογικό.

Μιλάμε για μια χώρα όπου ένα τεράστιο ποσοστό νοικοκυριών δυσκολεύεται να πληρώσει ενοίκιο, δάνειο ή βασικούς λογαριασμούς. Και την ίδια ώρα ακούμε για ανάπτυξη, επενδύσεις, ψηφιακό μετασχηματισμό, ισχυρή οικονομία και άλλα ωραία. Μόνο που υπάρχει μια ενοχλητική λεπτομέρεια: η οικονομία μπορεί να μεγαλώνει στα χαρτιά, αλλά ο πολίτης δεν μπορεί να μεγαλώσει τον μισθό του.

Το ενοίκιο πήγε από τα 600 στα 800 ή στα 1.000 ευρώ; «Έτσι λειτουργεί η αγορά, φίλε μου. Αν δεν μπορείς, βρες άλλο σπίτι».

Ωραία.

Όταν όμως ο επιχειρηματίας της εστίασης λέει «δεν βρίσκω Έλληνα να δουλέψει για 1.000 €», κανείς δεν του απαντάει με την ίδια σοφία της αγοράς: «Αν δεν βρίσκεις προσωπικό, ανέβασε τον μισθό».

Εκεί η περίφημη ελεύθερη αγορά παθαίνει αλλεργία.

Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί οι νέοι δεν κάνουν παιδιά.

Ποια παιδιά, ρε άνθρωπε; Με τι λεφτά; Να κάνεις παιδί, να ψάχνεις σπίτι, να πληρώνεις νοίκι, ρεύμα, σούπερ μάρκετ, φροντιστήριο και στο τέλος να λες στο παιδί σου: «Αν θέλεις να προκόψεις, φύγε στη Γερμανία»!

Και φεύγουν. Μαζί τους αδειάζει η χώρα.

Κλείνουν σχολεία επειδή δεν υπάρχουν μαθητές. Χωριά γερνάνε. Ολόκληρες περιοχές αδειάζουν. Νέοι άνθρωποι φεύγουν στο εξωτερικό και εμείς πανηγυρίζουμε επειδή βάλαμε άλλη μία ψηφιακή εφαρμογή στο κινητό.

Καλή η εφαρμογή, δεν λέω. Αλλά όταν δεν έχεις παιδιά να μπουν στην τάξη, μπορείς να ψηφιοποιήσεις και το κουδούνι. Παιδιά δεν θα εμφανιστούν.

Ύστερα υπάρχει και η άλλη Ελλάδα. Εκείνη που δεν καταλαβαίνει τίποτα από όλα αυτά.

Είναι ο άνθρωπος που σου λέει: «Εγώ μια χαρά είμαι».

Και είναι μια χαρά. Έχει δυο-τρία ακίνητα, κάποιες δουλειές με το Δημόσιο, μια επιδότηση, μια ανάθεση, ένα ΕΣΠΑ, έναν γνωστό στο υπουργείο ή κάποιον που «ξέρει να κάνει τη δουλειά».

Αυτός δεν βλέπει κρίση. Βλέπει ανάπτυξη.

Ο άλλος, που πληρώνει 700...800...€ νοίκι με μισθό 1.000€, έχει διαφορετική άποψη για την ελληνική ανάπτυξη.

Τότε αρχίζει και το γνωστό ελληνικό έργο. Ο ένας λέει «όλα πάνε καλά». Ο άλλος λέει «δεν βγαίνω». Και πετάγεται κάποιος τηλεοπτικός ειδήμων να του εξηγήσει ότι είναι μίζερος, τεμπέλης ή ότι «δεν ξέρει να διαχειρίζεται τα οικονομικά του».

Δηλαδή φτάσαμε στο σημείο να θεωρείται προσωπική αποτυχία το γεγονός ότι ο μισθός τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας.

Και αν πεις κάτι για την ακρίβεια, σου λένε ότι φταίει ο πόλεμος.

Για το νοίκι, φταίει η αγορά.

Για το ρεύμα, φταίνε οι διεθνείς τιμές.

Για τους μισθούς, φταίει η παραγωγικότητα.

Για τα νοσοκομεία, φταίει η έλλειψη προσωπικού.

Για τα σχολεία, φταίει γενικά το δημογραφικό.

Για τις ευρωπαϊκές πρωτιές στις πυρκαγιές, φταίει η κλιματική αλλαγή.

Για όλα υπάρχει μια εξήγηση.

Μόνο για ένα πράγμα δεν βρίσκεται ποτέ εξήγηση: γιατί, ενώ όλα πάνε τόσο καλά, ο πολίτης αισθάνεται όλο και χειρότερα.

Εδώ είναι που αρχίζει το μεγάλο ελληνικό πανηγύρι.

Γιατί μαζί με τη φτώχεια έχουμε πακέτο και την άλλη τη διαχρονική αρρώστια: το ρουσφέτι.

Ο άνθρωπος που διορίζει τον κολλητό του ειδικό σύμβουλο, μετακλητό…κ.λ. θα σου μιλήσει για αξιοκρατία.

Αυτός που κανονίζει «χεράτα» εκατομμύρια θα σου μιλήσει για διαφάνεια.

Αυτός που βλέπει γύρω του ανθρώπους να πλουτίζουν από κρατικό χρήμα θα σου μιλήσει για «καταπολέμηση της διαφθοράς».

Και οι πολίτες;

Θα γκρινιάξουν. Θα βρίσουν. Και μετά θα ψάξουν κάποιοι απ’ αυτούς τον γνωστό τους.

Αυτή είναι και η μεγαλύτερη τραγωδία μας. Δεν θέλουμε κάποιοι πραγματικά να τελειώσει το ρουσφέτι. Θέλουμε απλώς να έρθει η σειρά μας.

Δεν λέμε «να μην υπάρχει μέσο». Λέμε «να έχω κι εγώ έναν άνθρωπο μέσα».

Δεν λέμε «να λειτουργεί σωστά το κράτος». Λέμε «να με εξυπηρετήσει το κράτος». Και μετά απορούμε γιατί το κράτος έγινε αυτό που έγινε.

Μα τι άλλο θα γινόταν;

Αν επί δεκαετίες επιβραβεύεις τον πονηρό, το λαμόγιο μη διαμαρτύρεσαι όταν ο πονηρός γίνεται πρότυπο.

Αν χειροκροτείς τον πολιτικό επειδή σου τακτοποίησε τον διορισμό, μην απορείς όταν ο πολιτικός θεωρεί το κράτος προσωπικό του μαγαζί.

Αν ψηφίζεις επειδή σου έταξαν μια εξυπηρέτηση, μη φωνάζεις μετά ότι «οι πολιτικοί μας κατάντησαν έτσι».

Εμείς τους δώσαμε το πελατολόγιο. Εμείς τους μάθαμε ότι η ψήφος έχει τιμή.

Και μετά παριστάνουμε τους έκπληκτους όταν το σάπιο πολιτικό σύστημα συμπεριφέρεται σαν επιχείρηση, μοιράζοντας δημόσια λάφυρα.

Και μέσα σ’ όλα αυτά έχουμε και την περίφημη «αριστεία».

Μόνο που στην Ελλάδα η «αριστεία» έχει γίνει σχεδόν κλειστό κλαμπ. Πρώτοι και εδώ στην τέχνη της αναξιοκρατίας. Ο πραγματικά ικανός κάνει τη δουλειά και κάποιος άλλος παίρνει τα εύσημα και φωτογραφίζεται.

Ο μη κομματικός περισσεύει. Ο κομματικός ανεβαίνει. Ο άνθρωπος με τα προσόντα περιμένει. Ο ημέτερος πάει τρένο.

Και ύστερα βγαίνουν σοβαρά και σου μιλούν για «αξιοκρατία» και «ίσες ευκαιρίες». Σαν να μην ξέρουμε πια πώς δουλεύει το μαγαζί.

Στην Ελλάδα, συχνά, το μεγαλύτερο προσόν δεν είναι τι ξέρεις. Είναι ποιον ξέρεις.

Βεβαίως. Όπως και η διαφάνεια, η δημοκρατία, η ελευθερία.

Έχουμε κάνει τέτοια χρήση των μεγάλων λέξεων, που στο τέλος τους αλλάξαμε το νόημα.

«Ελεύθερη αγορά» και πληρώνεις καρτέλ. «Αριστεία» και βλέπεις απίθανες τοποθετήσεις. «Μεταρρύθμιση» και δεν ξέρεις ποια νέα κατάσταση βολεύτηκε.

«Διαφάνεια» και ψάχνεις να βρεις πού πήγαν τα λεφτά. «Δικαιοσύνη» και περιμένεις να δεις μέχρι που θα φτάσει η ατιμωρησία.

Και η Παιδεία;

Εκεί και αν έχουμε κάνει «θαύματα». Παιδιά φεύγουν στο εξωτερικό, σχολεία κλείνουν επειδή δεν υπάρχουν μαθητές, πανεπιστήμια παλεύουν με ελλείψεις και, την ίδια ώρα, πανηγυρίζουμε για το άνοιγμα της εκπαίδευσης στην αγορά.

Γιατί, βλέπεις, δεν αρκεί πια να μορφώσουμε τα παιδιά. Πρέπει πρώτα να τα κάνουμε πελάτες. Να αγοράζουν εκπαίδευση, τίτλους, πιστοποιήσεις και «ευκαιρίες».

Πολίτες;

Αυτό μάλλον θεωρείται παλιομοδίτικο. Και έτσι η Παιδεία, από δικαίωμα και δημόσιο αγαθό, έγινε προϊόν στη βιτρίνα. Όποιος έχει να πληρώσει, αγοράζει περισσότερες ευκαιρίες.

Κάπου εδώ λες: «Ρε φίλε, μήπως τελικά τρελαθήκαμε;»

Γιατί την ώρα που ο ένας δεν μπορεί να κάνει ούτε μία εβδομάδα διακοπές, η Ελλάδα διαφημίζεται διεθνώς σαν υπέροχο οικόπεδο για Golden Visa, για ξένους επενδυτές, για συνταξιούχους του εξωτερικού, για αγορά ακινήτων και για όποιον έχει λεφτά να αγοράσει αυτό που ο Έλληνας δεν μπορεί πλέον να νοικιάσει.

Και μετά σου λένε ότι η αγορά αυτορυθμίζεται. Ναι. Αυτορυθμίζεται. Απλώς ο Έλληνας ρυθμίζεται προς τα έξω.

Και μέσα σ' αυτή την κατάσταση υπάρχει κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: η κοινωνία δεν αντιδρά όπως θα περίμενε κανείς.

Όχι επειδή όλοι είναι ευχαριστημένοι. Κάθε άλλο. Οι περισσότεροι νιώθουν κουρασμένοι για να τα βγάλουν πέρα και έχουν παραιτηθεί.

Άλλος φοβάται μην απολυθεί. Άλλος μην του κόψουν τον μισθό. Άλλος χρωστάει. Άλλος προσπαθεί να πληρώσει το νοίκι. Άλλος έχει φύγει ήδη. Και άλλος περιμένει να φύγει το παιδί του.

Έτσι η κοινωνία κάθεται στον καναπέ, βρίζει την τηλεόραση, πληρώνει αν έχει τον λογαριασμό και περιμένει.

«Από Σεπτέμβρη θα δούμε». Και περνάει ο Σεπτέμβρης. «Από του χρόνου». Και περνάει ο χρόνος.

Και κάποια στιγμή δεν θα έχει μείνει τίποτα να περιμένουμε γιατί θα έχει συμβεί το πιο τρομακτικό από όλα, ότι αρχίσαμε να τα θεωρούμε όλα φυσιολογικά.

Να θεωρούμε φυσιολογικό το παιδί να φύγει. Το σπίτι να είναι απλησίαστο. Ο μισθός να μη φτάνει. Το ρουσφέτι να είναι «ανθρώπινο». Η κομματική εύνοια θεωρείται «πολιτική». Το σκάνδαλο «επικαιρότητα». Τη συγκάλυψη «διαχείριση κρίσης».

Και τον πολίτη – πελάτη να ζει με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα τον βολέψει και αυτόν το σύστημα που καταγγέλλει.

Ε, τότε δεν έχεις απλώς κακή κυβέρνηση. Έχεις μια σάπια κοινωνία που έχει συμβιβαστεί με την κακή λειτουργία της.

Αυτό είναι πολύ χειρότερο. Γιατί κυβέρνηση αλλάζεις. Νοοτροπία δεν αλλάζεις εύκολα.

Αν θέλουμε πραγματικά να βρούμε ποιος φταίει για τη σημερινή Ελλάδα, ας κοιταχτούμε πρώτα στον καθρέφτη.

Η Ελλάδα δεν καταστράφηκε μόνο από εκείνους που κυβέρνησαν. Καταστράφηκε από εκείνους που τους έδωσαν το δικαίωμα να κυβερνούν έτσι, τους ανέχτηκαν, τους δικαιολόγησαν και, το χειρότερο, τους επιτρέψανε να αποτελειώσουν ό,τι είχε απομείνει.

Τώρα με το γνωστό θράσος της συλλογικής αμνησίας, κοιτάζουν τις στάχτες και ρωτάνε ποιος έβαλε τη φωτιά.

Καρανάσιος Γεώργιοςgkaranasios24@gmail.com

Από ένα μήνυμα που ήρθε στο κινητό έχασε 89.000 ευρώ (ΒΙΝΤΕΟ)
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ Από ένα μήνυμα που ήρθε στο κινητό έχασε 89.000 ευρώ (ΒΙΝΤΕΟ)
Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στην Google