Οι «Βικογιατροί» και η Ελλάδα που επιλέξαμε να μικρύνουμε (του Νίκου Κουτσιανά)
Η περιοχή του Βίκου θα μπορούσε να φιλοξενεί ερευνητικά ινστιτούτα, πανεπιστημιακές συνέργειες και διεθνή προγράμματα υγείας. Αντί γι’ αυτό, παραμένει κυρίως τουριστικό αξιοθέατο.
Άρθρο του Νίκου Κουτσιανά* στη "Ναυτεμπορική".
Στο Ζαγόρι ο ήχος δεν έρχεται από ανθρώπους. Έρχεται από το χώμα. Δεν υπάρχει θόρυβος, μόνο μια βαθιά αναπνοή του τόπου.
Στο Ζαγόρι, μπροστά στο φαράγγι του Βίκου, δεν αντικρίζει κανείς απλώς ένα εντυπωσιακό φυσικό τοπίο. Αντικρίζει μια δυνατότητα που η Ελλάδα δεν έχει ακόμη μετατρέψει σε εθνική στρατηγική.
Εκεί έδρασαν οι Βικογιατροί, οι λαϊκοί θεραπευτές που γνώριζαν τα βότανα, την εποχικότητα, το μικροκλίμα, τη συνέργεια των φυτών. Δεν είχαν πανεπιστήμια, αλλά είχαν συστηματική παρατήρηση. Δεν μιλούσαν για βιοδραστικά μόρια, αλλά γνώριζαν πότε «λειτουργεί» ένα φυτό.
Σήμερα ο πλανήτης επενδύει δισεκατομμύρια σε αυτό που εκείνοι ασκούσαν βιωματικά. Σήμερα, η παγκόσμια οικονομία της ευεξίας ξεπερνά τα 5 τρισ. δολάρια ετησίως. Ο τομέας των φυτικών συμπληρωμάτων αυξάνεται με ρυθμούς άνω του 7%, ενώ ο ευεξιακός και ιατρικός τουρισμός αποτελεί στρατηγικό πυλώνα για χώρες που αντιλαμβάνονται το φυσικό τους κεφάλαιο ως συγκριτικό πλεονέκτημα.
Η χώρα μας διαθέτει μία από τις πλουσιότερες βιοποικιλότητες στην Ευρώπη, με 6.800 αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά, εκ των οποίων περίπου τα 1.500 είναι ενδημικά. Διαθέτει κλίμα, φως, ορεινά μικροκλίματα, ιστορικό βάθος στην ιατρική σκέψη από τον Ιπποκράτη έως τη λαϊκή θεραπευτική. Διαθέτει ένα παγκόσμιο brand συνδεδεμένο με τη φύση, τη μεσογειακή διατροφή και την ποιότητα ζωής.
Κι, όμως, ο αγροτικός τομέας συνεισφέρει περίπου 4% στο ΑΕΠ, με χαμηλή καθετοποίηση και περιορισμένη μεταποίηση. Οι εξαγωγές αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών παραμένουν δυσανάλογα μικρές σε σχέση με το φυσικό δυναμικό της χώρας. Χώρες με μικρότερη βιοποικιλότητα έχουν αναπτύξει ισχυρά, επιστημονικά τεκμηριωμένα brands φυτικών προϊόντων, αξιοποιώντας οργανωμένες αλυσίδες αξίας.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πόρων. Είναι η έλλειψη εθνικής στρατηγικής κατεύθυνσης. Από τη δεκαετία του ’60 και μετά, η Ελλάδα ταύτισε την ανάπτυξη με την αστικοποίηση. Τα χωριά άδειασαν, η ύπαιθρος γέρασε, οι παραδοσιακές γνώσεις υποτιμήθηκαν ως «παρελθόν». Η γεωργία θεωρήθηκε μεταβατικό στάδιο προς την «πραγματική» οικονομία των υπηρεσιών.
Το αποτέλεσμα ήταν μια χώρα υπερ-εξαρτημένη από τον μαζικό τουρισμό και τις εισαγωγές, με αδύναμη μεταποίηση και περιορισμένη αγροβιομηχανική ταυτότητα.
Αν δεν είχαμε εγκαταλείψει την ύπαιθρο, θα μπορούσαμε σήμερα να είμαστε διεθνές κέντρο μελέτης μεσογειακής φαρμακευτικής χλωρίδας, πρότυπο αναγεννητικής γεωργίας, εξαγωγική δύναμη σε πιστοποιημένα φυτικά προϊόντα υψηλής αξίας και κόμβος ευεξίας τουρισμού με επιστημονική τεκμηρίωση.
Η περιοχή του Βίκου θα μπορούσε να φιλοξενεί ερευνητικά ινστιτούτα, πανεπιστημιακές συνέργειες και διεθνή προγράμματα υγείας. Αντί γι’ αυτό, παραμένει κυρίως τουριστικό αξιοθέατο.
Η χαμένη γνώση των Βικογιατρών δεν αφορά μόνο τα βότανα. Αφορά τη φιλοσοφία της ισορροπίας. Αφορά τη σύνδεση παραγωγής και οικοσυστήματος. Αφορά την κατανόηση ότι η υγεία και κατ’ επέκταση η οικονομία δεν ευημερεί χωρίς μέτρο.
Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και δημογραφικής συρρίκνωσης της περιφέρειας, η επιστροφή στον τόπο δεν είναι ρομαντική αναπόληση. Είναι εθνική αναγκαιότητα. Η αποκέντρωση παραγωγής, η επένδυση στη βιοποικιλότητα, η σύνδεση πανεπιστημίων με τον πρωτογενή τομέα και η δημιουργία οργανωμένων clusters αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών δεν αποτελούν περιβαλλοντική πολυτέλεια. Αποτελούν στρατηγική ανταγωνιστικότητας.
Χρειαζόμαστε εθνικό σχέδιο για την ύπαιθρο που να ενώνει αγροδιατροφή, έρευνα, βιομηχανία και τουρισμό ποιότητας. Χρειαζόμαστε φορολογικά και χρηματοδοτικά κίνητρα για νέους επιστήμονες και παραγωγούς που θα επιλέξουν να επιστρέψουν. Χρειαζόμαστε πολιτική βούληση που να βλέπει τη βιοποικιλότητα όχι ως περιβαλλοντικό βάρος, αλλά ως παραγωγικό κεφάλαιο.
Οι Βικογιατροί δεν είναι ρομαντικό σύμβολο. Είναι υπενθύμιση μιας Ελλάδας που ήξερε να παρατηρεί πριν να εξαντλεί. Αν θέλουμε μια οικονομία ανθεκτική και βιώσιμη, οφείλουμε να επανασυνδέσουμε τη γνώση της υπαίθρου με τη σύγχρονη επιστήμη.
Το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε. Το ερώτημα είναι αν θα τολμήσουμε να σχεδιάσουμε την Ελλάδα με κέντρο τον τόπο και όχι την εγκατάλειψή του.
Η Ελλάδα δεν θα σωθεί με περισσότερα επιδόματα, αλλά με περισσότερο τόπο.
Ή θα επενδύσουμε συνειδητά στην ύπαιθρο ως εθνικό κεφάλαιο ή θα συνεχίσουμε να μικραίνουμε ως χώρα και ως προοπτική.
Νίκος Κουτσιανάς
Ιδρυτής SYMBEEOSIS, Ιδρυτής APIVITA
Συνδέσου με την ομάδα του lamiareport.gr στο Viber για άμεση ενημέρωση
Ακολούθησε το LamiaReport.gr στο Google News για όλες τς τελευταίες χρηστικές ειδήσεις
Ακολούθησε το LamiaReport στο Facebook ...για να μη χάνεις είδηση!