«Αρχίζει το ματς»: Μια απίστευτη ιστορία από την Ελληνική επαρχία για το Μουντιάλ του Μεξικού
Το τηλεοπτικό σήμα, οι ασπρόμαυρες τηλεοράσεις, η χούντα και το πάθος του Έλληνα για ποδόσφαιρο - ψυχαγωγία και ελευθερία…
Του Γιώργου Γκαντέλου από το ifarsala.gr
Το καλοκαίρι του 1970, το Μεξικό φιλοξενούσε ένα από τα πιο εμβληματικά Παγκόσμια Κύπελλα στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ήταν η διοργάνωση που έμεινε στη συλλογική μνήμη για την κατάκτηση του τροπαίου από τη μυθική εθνική ομάδα της Βραζιλίας του Πελέ, του Ριβελίνιο, του Τοστάο και του Ζαϊρζίνιο, η οποία επικράτησε στον τελικό της Ιταλίας με 4-1 και χαρακτηρίστηκε ως η κορυφαία ομάδα όλων των εποχών. Ήταν, επίσης, το πρώτο Μουντιάλ που μεταδόθηκε παγκοσμίως σε έγχρωμο σήμα (στην Ελλάδα ασπρόμαυρο).
Στην ελληνική επαρχία, ωστόσο, και ειδικότερα στα Φάρσαλα, η παρακολούθηση αυτού του ποδοσφαιρικού θεάματος εξελίχθηκε σε μια απίστευτη περιπέτεια, μια αληθινή οδύσσεια γεμάτη αυτοσχεδιασμό, πείσμα και… συλλογική προσπάθεια.
Όπως αφηγείται με γλαφυρότητα ο Φαρσαλινός κ. Θέμης Παδιώτης, εκείνη την εποχή στην πόλη των Φαρσάλων δεν υπήρχε τηλεοπτική λήψη. Ο μοναδικός στρατιωτικός αναμεταδότης της ΥΕΝΕΔ στο Πήλιο «χτυπούσε» μόνο σε ένα συγκεκριμένο σημείο: στην τελευταία στροφή του δρόμου που ανηφορίζει προς το βουνό των Φαρσάλων. Αυτό ανάγκασε τους ντόπιους φιλάθλους να μετατρέψουν την ερημική πλαγιά στο πρώτο υπαίθριο τηλεοπτικό «στάδιο» της περιοχής.
Το πρόβλημα της τάσης και το νερό στην πλάτη
Το πρώτο μεγάλο εμπόδιο ήταν η ηλεκτροδότηση, καθώς οι γεννήτριες αποτελούσαν είδος πολυτελείας και τα χρήματα για την αγορά επαρκούς καλωδίωσης δεν υπήρχαν. Η λύση δόθηκε από το σπίτι του κ. Γιώργου Πιπέρια, το οποίο απείχε περίπου 300 μέτρα από το σημείο λήψης. Οι πρωτεργάτες επιστράτευσαν ένα λεπτό, υφιστάμενο καλώδιο ενός τετραγωνικού χιλιοστού, επιλέγοντας να χρησιμοποιήσουν το ίδιο το έδαφος ως ουδέτερο αγωγό (γείωση).
Η παρατεταμένη καλοκαιρινή ξηρασία, όμως, εμπόδιζε τη σωστή λειτουργία του δικτύου. Η τηλεόραση – η οποία λειτουργούσε με λυχνίες – λόγω της χαμηλής τάσης άρχισε γρήγορα να «στενεύει» την εικόνα της δεξιά και αριστερά. Για να λειτουργήσει η αυτοσχέδια γείωση, το χώμα έπρεπε να παραμένει διαρκώς υγρό. Έτσι, οι διοργανωτές άρχισαν να κουβαλούν νερό στην πλάτη επάνω στο βουνό, ενώ σύντομα ζητήθηκε από το πλήθος των θεατών, που κατέφθανε με τα πόδια μέσα στα μεσάνυχτα λόγω της διαφοράς ώρας με το Μεξικό, να φέρνει μαζί του παγούρια και δοχεία με νερό. Όταν το νερό τελείωνε κατά τη διάρκεια των αγώνων (που μεταδίδονταν από τις 12 έως τις 2 τα ξημερώματα), η λύση δινόταν με το περίφημο, αυθόρμητο σύνθημα : «Κατουράτε βρε, τη γείωση!», προκειμένου να επανέλθει η εικόνα στην οθόνη.
Το «κρυφτό» με τη δικτατορία και η αποφυγή της σύλληψης
Μέσα σε λίγες ημέρες, το μυστικό του βουνού διαδόθηκε από στόμα σε στόμα. Στις επόμενες αναμετρήσεις το πλήθος διογκώθηκε, φτάνοντας τα 500 με 700 άτομα. Σε μια περίοδο, όμως, όπου η χώρα βρισκόταν υπό το καθεστώς της δικτατορίας και οι συναθροίσεις άνω των τριών ατόμων απαγορεύονταν αυστηρά, η κινητικότητα αυτή προκάλεσε την παρέμβαση της Αστυνομίας, η οποία κάλεσε τους διοργανωτές και τους απαγόρευσε να ξανασυγκεντρωθούν στο σημείο.
Η ομάδα των πρωτεργατών – οι Θανάσης Λούκουτος, Σωτήρης Μπάτρας (ο οποίος διέθετε το απαραίτητο φορτηγάκι για τις μεταφορές), Παντελής Αλμπανόπουλος, Γιώργος Πιπέριας, Λάκης Κούδας και ο Θέμης Παδιώτης – επιχείρησε να μεταφέρει την εγκατάσταση στο Αχίλλειο. Εκεί, ωστόσο, δεν υπήρχε σήμα. Με μια ριψοκίνδυνη κίνηση, ο Σωτήρης Μπάτρας οδήγησε το όχημα μέσα από τα αμπέλια, επιστρέφοντας κρυφά στην πίσω πλευρά του βουνού. Παρά τις προφυλάξεις, ο κόσμος τους εντόπισε ξανά, με αποτέλεσμα να συγκεντρωθούν περισσότερα από 800 άτομα.
Όταν ένα στρατιωτικό τζιπ της Αστυνομίας με τους άνδρες της ασφάλειας έφτασε στο σημείο απειλώντας τους με άμεση σύλληψη και φυλάκιση, οι διοργανωτές αντέδρασαν με ψυχραιμία και ευφυΐα. Στράφηκαν προς το συγκεντρωμένο πλήθος και φώναξαν: «Μαζί μας παρακολουθεί και η Αστυνομία το Μουντιάλ!». Το πλήθος ξέσπασε σε θυελλώδη χειροκροτήματα, οι αστυνομικοί αιφνιδιάστηκαν και τελικά το ποδοσφαιρικό κοινό γλίτωσε τη σύλληψη, παραμένοντας στο σημείο μέχρι τη λήξη του αγώνα.
Οι τρεις τηλεοράσεις της επαρχίας
Εκείνη την ιστορική περίοδο, τον Ιούνιο του 1970, ολόκληρη η επαρχία Φαρσάλων διέθετε μόλις τρεις λειτουργικές συσκευές τηλεόρασης, όλες ασπρόμαυρες, 24 ιντσών. Η πρώτη ήταν η Schaub Lorenz του κ. Θέμη Παδιώτη, η οποία πρωταγωνίστησε στα γεγονότα του βουνού. Η δεύτερη ήταν μάρκας Philips και βρισκόταν στον Σταυρό, στο καφενείο του Χρήστου Τύμπα, ενώ η τρίτη, επίσης Schaub Lorenz, ανήκε στον Νίκο Καλόγηρο στο Βασιλί. Παράλληλα, ο Αντώνης Κουλαξής (έμπορος υαλικών) και ο Γιώργος Λούκουτος διέθεταν συσκευές στις βιτρίνες των καταστημάτων τους στην πόλη, οι οποίες όμως κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ δεν μπορούσαν να πιάσουν τηλεοπτικό σήμα λόγω της έλλειψης τοπικού αναμεταδότη.
Αυτή ήταν η πρώτη, ανεξίτηλη επαφή των Φαρσάλων με τη μαγεία της τηλεόρασης και την κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση του πλανήτη. Μια ιστορία από το μακρινό 1970, που αποτυπώνει ανάγλυφα την ανάγκη των ανθρώπων για ψυχαγωγία, συντροφικότητα και ελευθερία, κόντρα στις απαγορεύσεις και τις δυσκολίες της εποχής.
πηγή στην Google
Συνδέσου με την ομάδα του lamiareport.gr στο Viber για άμεση ενημέρωση
Ακολούθησε το LamiaReport.gr στο Google News για όλες τς τελευταίες χρηστικές ειδήσεις
Ακολούθησε το LamiaReport στο Facebook ...για να μη χάνεις είδηση!