ΕΝΙΑΛ: Η κατάρρευση του ΕΣΥ και η σκληρή πραγματικότητα πίσω από φιέστες εγκαινίων
Τα αποκαλυπτικά στοιχεία της Ε.Ε. για τις χαμηλές δημόσιες δαπάνες, τις δυσβάσταχτες ιδιωτικές πληρωμές και τις ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας στην Ελλάδα…
Με Δελτίο Τύπου, η Ένωση Νοσοκομειακών Ιατρών Λαμίας (ΕΝΙΑΛ) παραθέτει και αναλύει τα ανησυχητικά ευρήματα της ευρωπαϊκής έκθεσης «State of Health in the EU» (Προφίλ Υγείας 2025) σχετικά με την κατάσταση του ΕΣΥ και την υγεία στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουν, καταδεικνύουν τη χαμηλή συνολική, δημόσια χρηματοδότηση, το δυσβάσταχτο κόστος για τους πολίτες - διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου - το Νοσοκομειοκεντρικό μοντέλο, η έλλειψη δομών φροντίδας (το 43% των δαπανών αφορά την ενδονοσοκομειακή περίθαλψη, ενώ οι δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα και αποκατάσταση είναι σχεδόν ανύπαρκτες φτάνοντας το 0,16% του ΑΕΠ όταν στην ΕΕ φτάνει το 1,71%.
Την ίδια ώρα πάνω από 1 στους 5 Έλληνες (21,9%) δηλώνει ότι δεν κάλυψε υγειονομικές ανάγκες λόγω κόστους, απόστασης ή αναμονής - ποσοστό εξαπλάσιο από το μέσο όρο της ΕΕ, το οποίο εκτοξεύεται στο 32,3% για τα ευάλωτα οικονομικά στρώματα.
Δείτε αναλυτικά τι αναφέρουν οι γιατροί του Νοσοκομείου Λαμίας για την «Υγεία» στην Ελλάδα:
«Τα στοιχεία που παρατίθενται προέρχονται από το «State of Health in the EU» ένα κύκλο αναφορών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αξιολόγηση των συστημάτων υγείας. Το Προφίλ Υγείας 2025 για την Ελλάδα αναλύει λεπτομερώς την κατάσταση της υγείας του ελληνικού πληθυσμού, τις επιδόσεις του ΕΣΥ, τους παράγοντες κινδύνου και τις κύριες προκλήσεις πολιτικής. Σταχυολογήσαμε τα παρακάτω:
- Οι τρέχουσες συνολικές δαπάνες για την υγεία ανήλθαν στο 8,4 % του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 10,0 % στην ΕΕ. Σε κατά κεφαλήν βάση, η Ελλάδα δαπάνησε 2 191 ευρώ (προσαρμοσμένα για τις διαφορές στην αγοραστική δύναμη), ποσό σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ που ανέρχεται σε 3 832 ευρώ. Γιατί οι δαπάνες για την υγεία είναι χαμηλές; Μήπως γιατί είμαστε ποιο υγιείς από τους υπόλοιπους ευρωπαίους; Ή ξοδεύουμε λιγότερα για την υγεία γιατί δεν έχουμε χρήματα;
- Το δημόσιο μερίδιο των δαπανών για την υγεία στην Ελλάδα ανήλθε σε μόλις 61 % το 2023 – το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό στην ΕΕ (όπου ο μέσος όρος ήταν 80 %). Ας αναλύσουμε: το δημόσιο μερίδιο δαπανών για την υγεία περιλαμβάνει α. την άμεση χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό (περίπου 3% του ΑΕΠ) και β. τις ασφαλιστικές εισφορές μέσω ταμείων ή οργανισμών ασφάλισης υγείας (περίπου 3% του ΑΕΠ). Το συνολικό δημόσιο μερίδιο στην χώρα μας είναι περίπου 6% σε σύγκριση με το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής ένωσης που είναι περί το 8%. Οι δύο αυτές ποσοστιαίες μονάδες αντιστοιχούν περίπου σε 5-6 δις ευρώ. Η χαμηλή κρατική χρηματοδότηση είναι επιλογή της εκάστοτε κυβέρνησης.
- Οι άμεσες ιδιωτικές πληρωμές (Out Of Pocket) αντιπροσώπευαν το 40% περίπου των δαπανών για την υγεία το 2023, ποσοστό που είναι από τα υψηλότερα στην ΕΕ. Δηλαδή για κόστος παροχών υγείας 100 ευρώ ο Ευρωπαίος πολίτης πληρώνει κατά μέσο όρο 20%, ενώ ο Έλληνας ευρωπαίος πολίτης πληρώνει τα διπλάσια από την τσέπη του για την ίδια δαπάνη. Τα φάρμακα και η ενδονοσοκομειακή περίθαλψη (δημόσια και ιδιωτική) είναι οι κύριοι παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτές τις ιδιωτικές δαπάνες, μαζί με την οδοντιατρική φροντίδα.
- Η ενδονοσοκομειακή περίθαλψη, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, αναλογεί στο 43% της συνολικής δαπάνης για την υγεία, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην ΕΕ είναι 28%. Η βάση της υγείας στην Ελλάδα είναι το νοσοκομείο ( δημόσιο ή ιδιωτικό), ενώ η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας ποτέ δεν αποτέλεσε το ρόλο της, ως ανάχωμα των νοσοκομείων.
- Η συνολική φαρμακευτική δαπάνη για φάρμακα λιανικής αντιπροσωπεύουν το 27 % των συνολικών δαπανών για την υγεία στην Ελλάδα, ποσοστό διπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ, που είναι 13 %, και το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό στην ΕΕ μετά τη Βουλγαρία (31 %). Τα σχήματα ασφάλισης υγείας καλύπτουν μόνο το 52 % των δαπανών για φάρμακα λιανικής πώλησης, ενώ οι ασθενείς συνεισφέρουν άμεσα το 48 % – ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, που είναι 36 % (Σχήμα 23). Οι συνεισφορές των ασθενών περιλαμβάνουν τη συμμετοχή στο κόστος, τα μη αποζημιούμενα φάρμακα και τα φάρμακα που αγοράζονται χωρίς ιατρική συνταγή.
- Οι δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα (γηροκομεία, κατ’ οίκον φροντίδα, δομές αποκατάστασης) είναι από τις χαμηλότερες στην ΕΕ. Έτσι, ασθενείς που σε άλλες χώρες θα μεταφέρονταν σε δομές αποκατάστασης ή μακροχρόνιας φροντίδας παραμένουν στο νοσοκομείο. Οι δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλές, στο 2 % των τρεχουσών δαπανών για την υγεία, (ο μέσος όρος ΕΕ είναι 18 %). Οι δημόσιες δαπάνες για τη μακροχρόνια φροντίδα στην Ελλάδα ανέρχονται μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση φτάνει το 1,71% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ, βασιζόμενη κυρίως στην οικογενειακή και άτυπη φροντίδα.
- Ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας είναι αυτές που δεν καλύφθηκαν λόγω κόστους, απόστασης ή χρόνων αναμονής. Σύμφωνα με την έρευνα EU-SILC (european union statistics on income and living conditions) το 2024, το 21,9 % του ελληνικού πληθυσμού που εξέφρασε ανεκπλήρωτες ανάγκες ανάγκη για υγειονομική περίθαλψη (περισσότερο από ένας στους πέντε). Αυτό ήταν μακράν το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της ΕΕ και έξι φορές υψηλότερο από τον μέσο όρο ΕΕ (3,6 %).
- Τα ποσοστά ήταν ακόμη πιο έντονα μεταξύ των ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας: το 32,3 % των ατόμων αυτής της ομάδας που εξέφρασαν ανάγκη για ιατρική περίθαλψη ανέφεραν ότι παραιτήθηκαν από την περίθαλψη που χρειάζονταν, σε σύγκριση με το 6,0 % σε ολόκληρη την ΕΕ. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) και της Eurostat, το 27,5% του πληθυσμού της Ελλάδας (περίπου 2,8 εκατομμύρια άνθρωποι) βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. (Αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών, όπως η πληρωμή λογαριασμών, η θέρμανση, ή ένα απρόοπτο οικονομικό έξοδο) Το ποσοστό αυτό κατατάσσει τη χώρα στη δεύτερη δυσμενέστερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αμέσως μετά τη Βουλγαρία (29,0%).
- Ως άτομα σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ορίζονται εκείνα με ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα κάτω του 60 % του εθνικού διάμεσο διαθέσιμου εισοδήματος
- Το Ετήσιο Όριο Φτώχειας στην Ελλάδα: Ορίζεται στα 7.020 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και στα 14.742 ευρώ για οικογένεια με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά κάτω των 14 ετών.
- Και κάποιοι χαρακτηρίζουν μίζερους το 67% των Ελλήνων που νιώθουν φτωχοί. . Υποκειμενική Φτώχεια (Financial Strain): Αυτός ο δείκτης αποτυπώνει το ποσοστό των πολιτών που δηλώνουν ότι δυσκολεύονται ή αδυνατούν να καλύψουν τις τρέχουσες ανάγκες τους με το εισόδημά τους.
Αυτή είναι η κατάσταση της υγείας στην Ελλάδα, την ίδια ώρα που ο υπουργός υγείας ταξιδεύει σε όλη την χώρα για εγκαίνια κτηριακών δομών και ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού από κοινοτικά κονδύλια και υποστηρίζει ότι το ΕΣΥ είναι στην καλύτερή του κατάσταση.
πηγή στην Google
Συνδέσου με την ομάδα του lamiareport.gr στο Viber για άμεση ενημέρωση
Ακολούθησε το LamiaReport.gr στο Google News για όλες τς τελευταίες χρηστικές ειδήσεις
Ακολούθησε το LamiaReport στο Facebook ...για να μη χάνεις είδηση!