— Πότε τελείωσε πραγματικά η Ελληνική Επανάσταση;
Πολλοί θα απαντήσουν: το 1827, με τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου.
Άλλοι θα πουν το 1828, όταν έφτασε στην Ελλάδα ο Ι. Καποδίστριας.
Η ιστορική πραγματικότητα, όμως, είναι λίγο διαφορετική.
Αν μιλάμε για την τελευταία μεγάλη πολεμική αναμέτρηση της Επανάστασης στη στεριά, τότε πρέπει να φτάσουμε μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου 1829, στη θέση Πέτρα της Βοιωτίας, ανάμεσα στη Θήβα και τη Λιβαδειά.
Εκεί δόθηκε η τελευταία μεγάλη μάχη του Αγώνα και εκεί οι ελληνικές δυνάμεις, υπό τον Δημ. Υψηλάντη, πέτυχαν μια σημαντική νίκη απέναντι σε πολύ ισχυρότερες οθωμανικές δυνάμεις.
— Μα δεν είχε ουσιαστικά τελειώσει η Επανάσταση μετά το Ναβαρίνο;
Όχι. Το Ναβαρίνο ήταν ασφαλώς ένα γεγονός καθοριστικής σημασίας, αλλά δεν σήμαινε το τέλος του πολέμου.
Ο Ιμπραήμ παρέμενε ακόμη στην Πελοπόννησο και χρειάστηκε η άφιξη των γαλλικών στρατευμάτων του στρατηγού Μεζόν και η γαλλική εκστρατεία στον Μοριά για να αποχωρήσουν οι αιγυπτιακές δυνάμεις.
Και ενώ αυτά συνέβαιναν στην Πελοπόννησο, μεγάλο μέρος της Στ. Ελλάδας εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό οθωμανικό έλεγχο.
Η Αθήνα, η Θήβα και η Εύβοια δεν είχαν απελευθερωθεί. Το ίδιο και άλλες στρατηγικές περιοχές.
Το σημαντικότερο, όμως, ήταν κάτι άλλο: τα σύνορα του νέου ελληνικού κράτους δεν είχαν ακόμη οριστικοποιηθεί.
Η Ελλάδα που γνωρίζουμε σήμερα δεν υπήρχε ακόμη.
— Δηλαδή, το 1829 παιζόταν ακόμη το μέλλον της Ελλάδας;
Ακριβώς. Οι Μεγάλες Δυνάμεις, η Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία είχαν πλέον αποφασιστικό λόγο για την τύχη της Ελλάδας.
Τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου είχαν ανοίξει τον δρόμο για τη δημιουργία ελληνικού κράτους, όμως η έκταση και τα σύνορά του παρέμεναν αντικείμενο έντονων διπλωματικών διαπραγματεύσεων.
Ο Καποδίστριας γνώριζε πολύ καλά κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία στην ιστορία: άλλο είναι να διεκδικείς μια περιοχή στα διπλωματικά τραπέζια και άλλο να μπορείς να αποδείξεις ότι αυτή η περιοχή έχει ήδη απελευθερωθεί και ελέγχεται από ελληνικές δυνάμεις.
Γι’ αυτό έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδας.
Στη Δυτ. Ελλάδα, ο Ρ. Τσωρτς και ο Αυγουστίνος Καποδίστριας είχαν ήδη οδηγήσει τις ελληνικές δυνάμεις στην κατάληψη της Βόνιτσας, της Αμφιλοχίας και της Ναυπάκτου, ενώ τον Μάιο του 1829 απελευθερώθηκε και το Μεσολόγγι.
Στην Αν. Στερεά, όμως, η κατάσταση ήταν πολύ δυσκολότερη.
— Και ποιος είχε αναλάβει αυτό το δύσκολο έργο;
Ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο αδελφός του Αλέξανδρου Υψηλάντη, που είχε ανοίξει τον δρόμο της Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες.
Ο Δημήτριος είχε αναλάβει τη στρατιωτική διοίκηση των ελληνικών δυνάμεων στην Ανατολική Στερεά και προσπαθούσε να δημιουργήσει έναν αξιόμαχο στρατό μέσα από ένα μωσαϊκό από χιλιαρχίες, οπλαρχηγούς και άτακτους αγωνιστές.
Δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση.
Οι Έλληνες είχαν ήδη πολεμήσει οκτώ χρόνια. Υπήρχε κόπωση, έλλειψη χρημάτων και εφοδίων, παλιές αντιπαλότητες και προσωπικές διαφωνίες. Και το καλοκαίρι του 1829 παρουσιάστηκε μια κατάσταση που λίγο έλειψε να οδηγήσει σε καταστροφή.
— Τι ακριβώς συνέβη;
Οι στρατιώτες του Υψηλάντη είχαν μείνει απλήρωτοι και υπέφεραν από σοβαρές ελλείψεις στην τροφοδοσία. Ο Σπ. Τρικούπης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι άνδρες εφοδιάζονταν κάθε οκτώ ημέρες με «σίτον άθλιον και πικρόν».
Η αγανάκτηση μεγάλωσε και τη νύχτα της 7ης Αυγούστου 1829 ξέσπασε ανταρσία στο στρατόπεδο της Θήβας.
Οι στρατιώτες συγκεντρώθηκαν μπροστά στη σκηνή του Υψηλάντη και διαμαρτύρονταν για τους μισθούς και την κατάσταση του στρατού. Ο Κασομούλης περιγράφει μια συγκλονιστική εικόνα: οι στασιαστές έριχναν πέτρες μπροστά στη σκηνή του στρατάρχη, τόσο πολλές ώστε σχηματίστηκε ένας μικρός λόφος.
Και το χειρότερο;
Το στρατόπεδο διαλύθηκε.
Οι στρατιώτες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και μαζί τους έφυγαν ακόμη και πυροβόλα και οπλισμός.
Ο Υψηλάντης, βαθιά προσβεβλημένος, σκέφτηκε ακόμη και να παραμείνει εκεί και να αιχμαλωτιστεί ή να σκοτωθεί από τους Τούρκους, «προς καταισχύνην του στρατού». Τελικά πείστηκε να αποχωρήσει και συγκέντρωσε στον Κιθαιρώνα περίπου 600-700 αξιωματικούς και στρατιώτες.
Η Αν. Στερεά φαινόταν για ακόμη μία φορά να κινδυνεύει να χαθεί.
— Και οι Οθωμανοί δεν άφησαν την ευκαιρία να πάει χαμένη.
Εδώ, όμως, μπαίνει στην ιστορία ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας: ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος.
Η Ρωσία είχε προχωρήσει βαθιά στα οθωμανικά εδάφη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία χρειαζόταν επειγόντως στρατεύματα στο βόρειο μέτωπο.
Έτσι, ο Ασλάν μπέης Μουχουρδάρης κινήθηκε από τη Λάρισα προς τη Λαμία, τη Λιβαδειά, τη Θήβα και τελικά την Αθήνα, με σημαντική δύναμη ανδρών.
Το γεγονός ότι οι ελληνικές δυνάμεις είχαν διαλυθεί του άνοιξε τον δρόμο.
Όμως οι Τούρκοι έκαναν ένα σοβαρό λάθος: δεν καταδίωξαν αποφασιστικά τους Έλληνες που αποχωρούσαν.
Και αυτό έμελλε να αποδειχθεί καθοριστικό.
Γιατί οι ελληνικές δυνάμεις δεν είχαν καταστραφεί. Είχαν απλώς διασκορπιστεί.
Ο Καποδίστριας, μόλις πληροφορήθηκε την κατάσταση, κινήθηκε γρήγορα. Έδωσε εντολές για την καταβολή καθυστερούμενων σιτηρεσίων και μισθών και ζήτησε από τον Υψηλάντη να κινηθεί ξανά προς τη Στερεά.
Και τότε συνέβη κάτι εντυπωσιακό.
Οι Έλληνες ξανασηκώθηκαν.
Από τη Σαλαμίνα, τον Κιθαιρώνα, τη Δόμβραινα και άλλες περιοχές άρχισαν να συγκεντρώνονται και πάλι στρατιώτες.
Ο Κριεζώτης με την Ε΄ Χιλιαρχία κινήθηκε προς τη Στερεά.
Ο Δυοβουνιώτης, ο Σκουρτανιώτης, ο Χατζηπέτρος, ο Μπαϊρακτάρης και άλλοι οπλαρχηγοί συγκρότησαν ξανά τις ελληνικές δυνάμεις.
Σε σύντομο χρονικό διάστημα συγκεντρώθηκαν περίπου 3.000-3.500 άνδρες.
Η καταστροφή είχε μετατραπεί σε ανασύνταξη.
— Και τότε ο Υψηλάντης διάλεξε την Πέτρα;
Εδώ φαίνεται η στρατιωτική του διορατικότητα.
Η Πέτρα, ανάμεσα στη Θήβα και τη Λιβαδειά, ήταν ένα φυσικό στενό πέρασμα. Πριν από την αποξήρανση της Κωπαΐδας, τα νερά της λίμνης έφταναν μέχρι τον βράχο της Πέτρας, αφήνοντας μόνο μια στενή διάβαση.
Ήταν, επομένως, το ιδανικό σημείο για να ανακοπεί ένας στρατός που θα επιχειρούσε να κινηθεί προς βορρά.
Στις 28 Αυγούστου ο Υψηλάντης εγκατέστησε το στρατηγείο του στη Μονή του Αγ. Νικολάου, πάνω από τα στενά. Έδωσε εντολή να κατασκευαστούν έξι οχυρώματα και οργάνωσε την άμυνα με τρόπο που αξιοποιούσε στο έπακρο το δύσβατο έδαφος.
— Υπήρχε, όμως, και ένα ακόμη στοιχείο που συνδέει την Πέτρα με την ιστορία της Ρούμελης.
Πέντε χρόνια νωρίτερα, στις 14 Ιουλίου 1824, η Μάχη της Άμπλιανης είχε ανακόψει την οθωμανική προέλαση προς τη Φωκίδα και τη νότια Ελλάδα.
Τα ιστορικά περάσματα της Ρούμελης: Γραβιά, Άμπλιανη και οι δρόμοι προς τα Σάλωνα είχαν τεράστια στρατηγική σημασία.
Στην Άμπλιανη, όπως και στην Πέτρα, η γεωγραφία έγινε όπλο.
Στα στενά, ένας μικρότερος αλλά καλά οργανωμένος στρατός μπορούσε να αντιμετωπίσει έναν πολύ μεγαλύτερο.
Και υπάρχει ακόμη μία ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: ο Καρατάσος είχε παραμείνει αρχικά μακριά από την Πέτρα (Άμπλιανη), ενώ και ο Κριεζώτης (ήταν στον Στεβενικο - Αγ.Τριάδα Βοιωτίας) είχε δυσαρεστηθεί με τον Υψηλάντη.
Τελικά, όμως, ο Κριεζώτης έσπευσε την τελευταία στιγμή στην Πέτρα με την Ε΄ Χιλιαρχία του.
Οι προσωπικές διαφορές μπήκαν στην άκρη μπροστά στον κίνδυνο.
Και αυτό είναι ίσως ένα διαχρονικό μάθημα της Επανάστασης: οι Έλληνες πολλές φορές διχάζονταν, αλλά όταν έφτανε η κρίσιμη στιγμή μπορούσαν να ενωθούν.
— Και τι έγινε στις 12 Σεπτεμβρίου;
Ύστερα από περίπου δώδεκα ημέρες αναμονής, ο οθωμανικός στρατός εμφανίστηκε μπροστά στις ελληνικές θέσεις.
Τα ξημερώματα της 12ης Σεπτεμβρίου 1829, οι δυνάμεις του Ασλάν μπέη επιτέθηκαν στα ελληνικά οχυρώματα.
Η μάχη ήταν σφοδρή.
Οι Τουρκαλβανοί κατάφεραν να προχωρήσουν μέχρι τα ελληνικά οχυρώματα και σε ορισμένα σημεία να εισχωρήσουν στις θέσεις των υπερασπιστών.
Τότε όμως έφτασαν ενισχύσεις.
Περίπου 700 Έλληνες, με επικεφαλής τον Δυοβουνιώτη, τον Κριεζώτη, τον Μαμούρη και τον Ψαροδήμο, έσπευσαν στη μάχη.
Η ελληνική αντεπίθεση ανέτρεψε την κατάσταση.
Οι επιτιθέμενοι υποχώρησαν και ο Ασλάν μπέης έδωσε εντολή για γενική υποχώρηση.
Η μάχη είχε τελειώσει και η νίκη ήταν ελληνική.
— Και τότε συνέβη κάτι ακόμη πιο σημαντικό από την ίδια τη μάχη;
Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις.
Οι Οθωμανοί ήθελαν να αποχωρήσουν προς τη Λάρισα, καθώς ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος είχε πλέον τελειώσει με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης και χρειάζονταν στρατεύματα για τα βόρεια μέτωπα.
Ο Υψηλάντης κατάλαβε ότι είχε μπροστά του μια μοναδική ευκαιρία.
Δεν περιορίστηκε σε μια απλή στρατιωτική νίκη. Πίεσε για ευνοϊκούς όρους αποχώρησης.
Οι συζητήσεις ήταν δύσκολες. Οι Έλληνες ζητούσαν, εκτός από τη Λιβαδειά και άλλες περιοχές, τη Φοντάνα, τις Θερμοπύλες, την Αλαμάνα και τη Βουδουνίτσα.
Τελικά οι Οθωμανοί συμφώνησαν.
Η συνθηκολόγηση υπογράφηκε τη νύχτα της 13ης προς 14η Σεπτεμβρίου 1829.
Την επόμενη ημέρα οι τουρκικές δυνάμεις αναχώρησαν προς τη Λάρισα.
Η Αν. Στερεά, μέχρι την περιοχή της Αλαμάνας, είχε ουσιαστικά περάσει στον ελληνικό έλεγχο, με εξαίρεση την Αθήνα, την Εύβοια και το φρούριο του Καράμπαμπα.
— Δηλαδή, η Πέτρα δεν ήταν απλώς μια ακόμη ελληνική νίκη;
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική ιστορική της σημασία.
Η Μάχη της Πέτρας ήταν η τελευταία μεγάλη μάχη της Ελληνικής Επανάστασης. Αλλά ήταν και κάτι περισσότερο: ήταν μια στρατιωτική επιτυχία που μπορούσε να μετατραπεί σε διπλωματικό όπλο.
Ο Καποδίστριας γνώριζε ότι οι αποφάσεις για την Ελλάδα λαμβάνονταν στο Λονδίνο και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η ελληνική στρατιωτική παρουσία στη Στερεά, η απελευθέρωση περιοχών και, κυρίως, η συνθηκολόγηση των οθωμανικών δυνάμεων αποτελούσαν πλέον πραγματικά γεγονότα που δεν μπορούσαν εύκολα να αγνοηθούν.
Και ο Καποδίστριας τα αξιοποίησε.
Η Ελλάδα δεν έμενε τελικά περιορισμένη στην Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες. Η πορεία προς ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος με διευρυμένα σύνορα είχε πλέον πάρει άλλη τροπή.
— Και τι σημαίνει αυτό για τον Δημήτριο Υψηλάντη;
Η Πέτρα ήταν, κατά κάποιον τρόπο, η δικαίωσή του.
Είχε αντιμετωπίσει την ανταρσία του στρατεύματος, τις προσωπικές αντιπαλότητες, την έλλειψη χρημάτων και εφοδίων και την οθωμανική προέλαση.
Και όμως, μέσα σε λίγες εβδομάδες, κατάφερε να ανασυγκροτήσει τον στρατό, να οργανώσει την άμυνα, να νικήσει έναν αριθμητικά ισχυρότερο αντίπαλο και να οδηγήσει τους Οθωμανούς σε συνθηκολόγηση.
Με την Πέτρα, ο Δ. Υψηλάντης έβαλε τη δική του σφραγίδα στην τελευταία πράξη της Επανάστασης που είχε ξεκινήσει ο αδελφός του Αλέξανδρος.
— Άρα, πότε τελείωσε τελικά το 1821;
Ίσως η καλύτερη απάντηση είναι αυτή:
Στη θάλασσα, το Ναβαρίνο έκρινε πολλά.
Στην Πελοπόννησο, η γαλλική εκστρατεία ολοκλήρωσε μια μεγάλη φάση του πολέμου.
Στη διπλωματία, τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου άνοιξαν τον δρόμο για το ελληνικό κράτος.
Αλλά στη στεριά, η τελευταία μεγάλη μάχη δόθηκε στην Πέτρα, στις 12 Σεπτεμβρίου 1829.
Και η σημασία της δεν περιορίζεται σε εκείνες τις δύο ώρες της μάχης.
Η Πέτρα ήταν η στιγμή κατά την οποία το στρατιωτικό αποτέλεσμα άρχισε να μετατρέπεται σε πολιτικό και διπλωματικό κεκτημένο.
Τα σύνορα της Ελλάδας δεν χαράχτηκαν μόνο πάνω στους χάρτες των διπλωματών. Διαμορφώθηκαν και από τους ανθρώπους που πολέμησαν στα βουνά, στα στενά και στα περάσματα της Ρούμελης.
Από τη Γραβιά και την Άμπλιανη έως την Πέτρα, η Στ. Ελλάδα πλήρωσε βαρύ τίμημα στον Αγώνα.
Και η Πέτρα ήταν η τελευταία μεγάλη πράξη.
Εκεί, στις 12 Σεπτεμβρίου 1829, δεν κρίθηκε μόνο μια μάχη.
Κρίθηκε, σε μεγάλο βαθμό, η τύχη της Αν. Στ. Ελλάδας και ενισχύθηκε αποφασιστικά η θέση της Ελλάδας στον δρόμο προς το πρώτο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.
*Για την ιστορία της περιοχής, των στρατηγικών περασμάτων και ιδιαίτερα της Γραβιάς και της Άμπλιανης, βλ. Γεώργιος Καρανάσιος, «Ο Δωρικός Διάδρομος και τα Ιστορικά Στενά Γραβιάς – Άμπλιανης», 2025, Εκδόσεις Α.&Μ. Σταμούλη.