ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Αναζήτηση:
CREATE IMAGE

Μάνος Κατράκης: Από τις στερήσεις, στην καταξίωση - Γιατί αρνήθηκε να γυρίσει ερωτικές σκηνές με τη Ζωή Λάσκαρη

Μάνος Κατράκης: Από τις στερήσεις, στην καταξίωση - Γιατί αρνήθηκε να γυρίσει ερωτικές σκηνές με τη Ζωή Λάσκαρη

Σαν σήμερα πριν 42 χρόνια ο σπουδαίος Μάνος Κατράκης έφυγε από τη ζωή - Ήταν αυτοδίδακτος και έγινε ηθοποιός κατά τύχη - Ο διάλογος με τη μητέρα του, ενώ εκείνος ήταν στην εξορία.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του lamiareport.gr στην Google

Καθαρή και στεντόρεια φωνή, βαθύ βλέμμα, βιωματικό παίξιμο, ηθικός και ταπεινός χαρακτήρας. Αυτά ήταν ορισμένα μόνο από τα στοιχεία που χαρακτήριζαν και περιέγραφαν τον σπουδαίο Μάνο Κατράκη.

Ο κορυφαίος πρωταγωνιστής και θιασάρχης με τον αριστοκρατικό αέρα και την επιβλητική φυσιογνωμία, έφυγε από τη ζωή, σαν σήμερα, πριν 42 χρόνια. Συγκεκριμένα, ήταν 02 Σεπτεμβρίου 1984, όταν ο κύκλος της ζωής του Μάνου Κατράκη έκλεισε στα 76 του χρόνια μετά από μάχη, με τον καρκίνο του πνεύμονα.

Αυτός ο κύκλος όμως, δεν ήταν εύκολος. Ο διανοητής της τέχνης και των γραμμάτων, με την αξιοσημείωτη παρουσία στον ελληνικό κινηματογράφο και το θέατρο βίωσε δύσκολα χρόνια, έπεσε, ξανασηκώθηκε, στάθηκε στα πόδια του και απέδειξε πως το ήθος και την αξία του, ξανά και ξανά...

Όχι γιατί έπρεπε, αλλά γιατί αυτή ήταν η στόφα ενός ανθρώπου που ποτέ δεν εγκατέλειψε τη ζωή και την Τέχνη του. Αυτός ήταν ο Μάνος Κατράκης.

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια

Ο Μάνος Κατράκης γεννήθηκε στο Καστέλι Κισσάμου της Κρήτης, το 1908, και ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του εμπόρου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης. Ο ίδιος ο σπουδαίος ηθοποιός, σε συνεντεύξεις του δεν είχε κρύψει πως τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα και γεμάτα στερήσεις. Όταν, ήταν περίπου δέκα ετών, η μητέρα του με τα παιδιά μετακομίζει στην Αθήνα, ενώ ο πατέρας παρέμεινε στην Κρήτη και έστελνε χρήματα στην οικογένειά του όποτε μπορούσε. Τα πρώτα χρόνια ήταν ιδιαίτερα δύσκολα για την οικογένεια καθώς, εκτός από τις κακουχίες, τα προβλήματα της καθημερινότητας και τη φτώχεια, η οικογένεια είχε να αντιμετωπίσει και τον κοινωνικό διχασμό της εποχής.

«Δύσκολα, πολύ δύσκολα χρόνια και για την οικογένειά μου και για μένα και γενικά για τη ζωή. Θυμάμαι, τα βενιζελοβασιλικά. Τη διχόνοια πάλι του λαού μας, σχεδόν ένας εμφύλιος πόλεμος. Περάσαμε πάρα πολύ δύσκολα με τη μάνα μου, τα πρώτα χρόνια, και τις τρεις αδερφές μου. Και το κυριότερο γιατί ήμαστε από την Κρήτη και το μένος των βασιλικών για τους βενιζελικούς ήταν κάτι το αδιανόητο σε βαθμό που πήγαινε η μητέρα μου να πάρει το ψωμί από ένα φούρνο της οδό Χαριλάου Τρικούπη και την έδιωχναν με τα χειρότερα λόγια και βρισιές» είχε αναφέρει ο ίδιος ο Μάνος Κατράκης σε συνέντευξή του στην τηλεόραση της ΕΡΤ.

Από νεαρή ηλικία, κατάλαβε τι σημαίνει «προστάτης της οικογένειας» αφού ο πατέρας του ήταν στην Κρήτη, ενώ ο αδερφός του είχε ξενιτευτεί στην Αμερική. Ο νεαρός Μάνος, αναλαμβάνει να είναι ο «άνδρας του σπιτιού» κατά τα πρότυπα της εποχής και να προστατεύσει τόσο τη μητέρα του όσο και τις τρεις αδερφές του.

Τα χρόνια όμως ήταν τόσο σκληρά, που όπως έχει αφηγηθεί ο ίδιος, δεν είχε την πολυτέλεια να έχει ούτε ένα δικό του παιχνιδάκι με αποτέλεσμα να ζηλεύει τα παιδάκια που είχαν.

Την 1η Ιανουαρίου 1975, ο Μάνος Κατράκης αφηγείται, τη μια και μοναδική φορά που απέκτησε δικά του παιχνίδια. Όχι με αφορμή κάποια γενέθλια ή κάποια γιορτή. Αλλά, γιατί ήταν βαριά άρρωστος σε ηλικία μόλις 11 ετών. Μάλιστα, παραδέχεται πως στην ώριμη ζωή του δεν έχει να θυμηθεί καμία ευτυχισμένη Πρωτοχρονιά.

«Δεν μπορώ να θυμηθώ καμία ευτυχισμένη Πρωτοχρονιά της ώριμης ζωής μου γι' αυτό και θα γυρίσω στα παιδικά μου χρόνια, γιατί νομίζω ότι ο Άη Βασίλης είναι για τα παιδιά. Ζήλευα τα παιδιά της ηλικίας μου, όταν ήμουν 10-11 χρονών που είχαν δικά τους παιχνιδάκια ενώ εγώ δεν απόκτησα ποτέ δικό μου παιχνίδι, ούτε μια σβούρα. Εκτός από μια περίπτωση. Ήμουν άρρωστος θυμάμαι, είχα πνευμονία. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την μέρα του Αη Βασιλιού, είδα πάνω από το κρεβάτι μου, ένα σπάγγο ανάμεσα στους δύο τοίχους και κρεμασμένα ένα μπαλόνι με χρωματιστές φέτες, ένα γιο γιο, δυο σβούρες και ένα δύο στρατιωτάκια. Η χαρά μου ήταν ανυπολόγιστη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την συγκίνηση που ένιωσα όταν κατάλαβα ότι ήταν δικά μου, ότι μου τα είχαν χαρίσει. Όσο για τις ευχές, δεν νομίζω ότι οι ευχές πιάνουν γι' αυτό ας ελπίσουμε ότι οι εγκέφαλοι, που διευθύνουν τις τύχες της ανθρωπότητας, θα μπορέσουν επιτέλους να αφήσουν τους ανθρώπους λίγο ήσυχους, να πεθαίνουν λίγο ήσυχα και φυσιολογικά, και όχι με πολέμους, με λοιμούς, με καταποντισμούς και κατατρεγμούς» θα πει στην ΕΡΤ.

Στα νεανικά του χρόνια ασχολήθηκε θερμά με το ποδόσφαιρο, αγωνιζόμενος ως σέντερ μπακ. Αρχικά έπαιξε στον Κεραυνό Πολυγώνου και στη συνέχεια (από το 1920 έως το 1925-26) στον Αθηναϊκό, συμμετέχοντας στα πρωταθλήματα της Ε.Π.Σ.Α. Στα 17 του σπούδασε σε σχολή ασυρματιστών με σκοπό να μπει στο ναυτικό, όμως ένα ατύχημα της μητέρας του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τα ναυτικά του σχέδια.

Αυτοδίδακτος και ηθοποιός κατά τύχη

Μπορεί να μην φοίτησε ποτέ σε δραματική σχολή, να ήταν αυτοδίδακτος ηθοποιός και η είσοδος του στην υποκριτική να έγινε κατά τύχη, αυτό όμως δεν εμπόδισε τον Μάνο Κατράκη να αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα του και να δίνει κύρος σε κάθε ταινία ή θεατρική παράσταση στην οποία συμμετείχε.

Ο ηθοποιός όμως ποτέ δεν βασίστηκε στο έμφυτο ταλέντο του που ήταν άφθονο. Ζούσε για την Τέχνη του και προσπαθούσε να την εξελίσσει συνεχώς. Ποτέ δεν επαναπαύτηκε. Ούτε καν όταν ήρθαν οι διακρίσεις και οι βραβεύσεις. Δεν τον ένοιαζαν αυτά.

«Δεν φτάνει το ταλέντο για να είσαι καλός ηθοποιός, για να μείνεις καλός ηθοποιός. Δεν λέω να γίνουν όλοι πρωταγωνιστές, δεν γίνονται όλοι. Το θέατρο δεν ζει μόνο με πρωταγωνιστές, ζει και με βοηθητικά πρόσωπα, αλλά τα βοηθητικά πρόσωπα να ξέρουνε τι λένε, να ξέρουνε πού πατάνε, να ξέρουνε πώς τα λένε. Πρώτα πρώτα να ξέρουνε την ελληνική γλώσσα. Γιατί σπάνια, λίγοι απ’ αυτούς μιλάνε ελληνικά. Μιλάνε παρεφθαρμένα ελληνικά» θα πει σε κάποια στιγμή της πολύχρονης καριέρας του.

Η πρώτη του επαφή με το καλλιτεχνικό στερέωμα έγινε εντελώς συμπτωματικά όμως ήταν αρκετή για να ανάψει η σπίθα της υποκριτικής μέσα του. Το 1927 εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή στην Αθήνα και θα ξεχωρίσει. Ένα χρόνο μετά, το 1928, ο κινηματογραφιστής Κώστας Λελούδας, τον ανακαλύπτει τυχαία στους δρόμους του Αγίου Νικολάου όπου έψαχνε νέους. Ενθουσιασμένος από τη δυναμικότητα και το μπρίο του 19χρονου Κατράκη, του έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του «Δήμου» στην πρώτη ελληνική βουβή ταινία «Το Λάβαρο του '21», η οποία προβλήθηκε στον κινηματογράφο «Ιντεάλ» με τη ζωντανή συνοδεία του βαθύφωνου Βλαχόπουλου.

Ο Κατράκης, λόγω της έμφυτης σεμνότητάς του, ντρεπόταν να μπει στην αίθουσα να δει την ταινία και αρκούνταν στο να κοιτάζει τις φωτογραφίες στην είσοδο. Εκεί τον πλησίασε ο μεταφραστής Γιάννης Ξανθάκης, ο οποίος, διαπιστώνοντας ποιος ήταν, τον οδήγησε στο κέντρο «Καπρίς» στην οδό Ιπποκράτους. Εκεί έκανε πρόβες ο «Θίασος των Νέων» του Βασίλη Ρώτα και του Ανδρέα Παντόπουλου. Το ίδιο βράδυ εντάχθηκε στον θίασο και έπαιξε σε θέατρο στο Παγκράτι με το έργο «Για την αγάπη της».

Ντρεπόταν να πληρωθεί

Τον χειμώνα του 1928, με τη βοήθεια του συγγραφέα Θεόδωρου Συνοδινού, εντάχθηκε στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, συμμετέχοντας σε παραστάσεις όπως «Η λύρα του γερο-Νικόλα», «Οι άθλιοι» και «Στέλλα Βιολάντη». Λόγω της συστολής του, στην αρχή ντρεπόταν ακόμη και να εισπράξει το μεροκάματό του, αναρωτώμενος τι προσέφερε για να πληρωθεί.

«Ντρεπόμουν να πάω να πληρωθώ! Σκεφτόμουνα, τι κάνω εγώ τώρα; Τι προσφέρω για να πρέπει να πληρωθώ», έλεγε ο ηθοποιός, χρόνια αργότερα και πρόσθετε: «Με ρωτούσαν "πόσα θέλετε κύριε Κατράκη" για μια ηχογράφηση, ας πούμε, κι έλεγα: Τίποτα, ευχαριστώ. Όμως, από ένα σημείο και μετά, κατάλαβα ότι έπρεπε να πληρωθώ. Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Ήταν βλέπεις και θέμα επιβίωσης».

Το 1931 εισήλθε στο Εθνικό Θέατρο όπου έπαιξε δίπλα σε μορφές όπως ο Βεάκης, ο Μινωτής και η Παξινού. Ακολούθησαν συνεργασίες με κορυφαίους θιάσους, όπως του Μήτσου Μυράτ, του Λουδοβίκου Λούη, του Βασίλη Αργυρόπουλου, για να επανέλθει στο Εθνικό το 1935.

finos film

Από την πρώτη γραμμή του μετώπου στην εξορία

Το 1940 εκλήθη στο μέτωπο και πολέμησε στην πρώτη γραμμή ενάντια στον ιταλικό στρατό, ενώ το 1941 επέστρεψε στη δίνη της Κατοχής.

Ο Μάνος Κατράκης και η οικογένειά του δεν γλίτωσαν από την μεγάλη πείνα του χειμώνα του 1941 και μάλιστα αναγκάστηκε να πουλήσει μέχρι και τα ρούχα του για να μπορέσει να προσφέρει ένα πιάτο φαγητό στους δικούς του ανθρώπους.

Ο ίδιος ο Μάνος Κατράκης στη βιογραφία του (εκδόσεις Κάκτος) αφηγείται στον Αλέξη Κομνηνό εκείνες τις δύσκολες ημέρες: «Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Ο μισθός του Εθνικού Θεάτρου είχε καταντήσει ίσα- ίσα για ένα πιάτο φαΐ. Που να φτάσει να θρέψεις, μάνα, αδελφή, γυναίκα έγκυο. Η γυναίκα μου τελικά έκανε αποβολή οκτώ μηνών, είχε δίδυμα. Αρχίσαμε να πουλάμε ότι είχαμε. Τελειώσανε και αυτά. Τώρα;…

Εγώ είχα κάτι κουστουμάκια γιατί ήμουν και λίγο μερακλής και πήγαινα και τα πούλαγα μόνος μου, αφού οι μεταπράτες παίρνανε όσο- όσο. Στην οδό Αθηνάς, έξω από τον ηλεκτρικό σταθμό, ήτανε το παζάρι τότε των αγοραπωλησιών. Πήγαινα λοιπόν κρατούσα το κουστουμάκι στα χέρια μου και περίμενα να έρθει ο πελάτης να το αγοράσει. Βλέπεις στα παλιατζίδικα μου παίρνανε μισοτιμής ό,τι είχα. Κάποτε ήρθε η ώρα να πουλήσω κι ένα κοστούμι που το αγαπούσα πολύ. Ήταν το καλύτερό μου. Μου το είχε ράψει ένας ράφτης ο Ζοφάκης που είχε έλθει από το Παρίσι και ραβότανε και ο Μινωτής σε αυτόν. Πάω λοιπόν στην οδό Αθηνάς στέκομαι και περιμένω. Κάποτε με πλησιάζει κάποιος καλή του ώρα και μου λέει:-κύριε Κατράκη το πουλάτε; – το πουλάω. Δεν το βλέπεις; Για να είμαι εδώ και να το κρατάω πάει να πει πως το πουλάω. – Θέλετε να έρθετε μαζί μου;…

Με παίρνει και με πάει σε μια λέσχη στην Ομόνοια. Εγώ δεν είχα δοσοληψίες με λέσχες. Λέω τι θα κάνουμε στη λέσχη; – είναι κάποιος που θα αγοράσει το κοστούμι σου. Να μη στα πολυλογώ πήγαμε, βρήκαμε τον άνθρωπο, δεν ήθελε τέτοιο κοστούμι γιατί ήταν πολύ λεπτό, με ρώτησε αν είχα κανένα άλλο σκωτσέζικο. Είχα. Μου είπε να του το πάω την άλλη μέρα. Πήγα την άλλη μέρα και πήρε το κοστούμι».

Όπως αφηγήθηκε ο ίδιος, η γνωριμία αυτή τον... μύησε και στον κόσμο του τζόγου. Αν και στην αρχή τον άφηναν να κερδίζει στην συνέχεια άρχισε η «αφαίμαξη». Γρήγορα, ο ηθοποιός κατάλαβε τι συνέβαινε και ξέφυγε από τα δίχτυα τους. Μάλιστα, προκειμένου να ενισχύσει το εισόδημά του, αρχίζει να πουλάει ψάρια.

Το 1942-1943, ως Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (αναφερόμενο και ως Λαϊκό Θέατρο Βορείου Ελλάδος) στη Θεσσαλονίκη, μαζί με καλλιτέχνες όπως η Ελένη Χατζηαργύρη, ο Παντελής Ζερβός, ο Γιάννης Αυλωνίτης, ο Κώστας Παππάς και η Ντόρα Βολονάκη, προκειμένου να αποτρέψουν την εγκατάσταση βουλγαρικού θιάσου στην πόλη.

Παράλληλα εντάχθηκε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ, παίρνοντας ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Η πολιτική του δράση οδήγησε στην απομάκρυνσή του από το Εθνικό Θέατρο το 1947. Τη χρονιά εκείνη, ενώ αγωνιζόταν στην παράσταση «Βαθιές είναι οι ρίζες» στο θέατρο Κοτοπούλη, συνελήφθη και του ζητήθηκε να υπογράψει δήλωση μετάνοιας λόγω της σχέσης του με τον ΕΑΜ. Παρότι αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος με παρέμβαση του θεατρικού επιχειρηματία Δημήτρη Χέλμη, συνελήφθη εκ νέου επειδή λόγω της άρνησής του να υπογράψει τη δήλωση.

Ακολούθησαν σχεδόν επτά χρόνια διώξεων. Μέχρι το 1952, η ζωή του Μάνου Κατράκη είναι γεμάτη βασανιστήρια και εξορία στην Ικαρία, τη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη. Όμως δεν λύγισε και δεν υπέγραψε. Στήριγμά του για να αντέξει ήταν η μητέρα του. Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος που είχαν μητέρα και γιος, όπως τον είχε περιγράψει ο ίδιος ο ηθοποιός στη βιογραφία του και στον Αλέξη Κομνηνό:

– Τι είναι, Μανόλη;

– Θες να ‘ρθω στο σπίτι, µάνα; Θέλεις; Θέλεις;

– Πώς θα ‘ρθεις;

– Ε… Θα υπογράψω και θα ‘ρθω…

– Ιντα θα υπογράψεις;

– ∆ήλωση.

– Ιντα ‘ναι η δήλωση;

– Ότι δεν είµαι αυτό που είµαι.

– Και δεν είσαι;

– Είµαι.

– Μην υπογράψεις, κερατά… µην υπογράψεις…

Σημαντικό ρόλο στις μέρες που έζησε στην εξορία έπαιξαν και οι συναγωνιστές του όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τζαβαλάς Καρούσος και ο Γιάννης Χοντζέας. Όπως ανέφερε ο ίδιος στην ίδια βιογραφία, η περίοδος της εξορίας τον βοήθησε να «ξεκαθαρίσει πράγματα μέσα του» και να γνωρίσει έναν άλλο κόσμο.

Η δύσκολη επιστροφή

Επιστρέφοντας στην Αθήνα το 1952, όλες οι πόρτες ήταν κλειστές για τον Μάνο Κατράκη. Αντιμετώπισε δυσκολίες όμως η αγάπη του για τις Τέχνες ήταν μεγαλύτερες από τα εμπόδια. Ευκαιριακά εργάστηκε στο ραδιόφωνο ενώ την ίδια περίοδο διοργάνωσε «ποιητικές απογευματινές» στο θέατρο Μουσούρη.

Στην συνέχεια συνεργάστηκε με τους θιάσους της Κατερίνας Ανδρεάδη και του Αδαμάντιου Λεμού, ενώ πρωταγωνίστησε ως Προμηθεύς Δεσμώτης με τον Θυμελικό Θίασο του Λίνου Καρζή σε Δελφούς και Αθήνα, καθιλώνοντας το κοινό και δεχόμενος τα συγχαρητήρια του βασιλιά που παρακολούθησε την παράσταση. Στη συνέχεια και μέχρι το 1955 εμφανίστηκε με την Κυβέλη και αμέσως μετά συγκρότησε δικό του θίασο με την Ασπασία Παπαθανασίου.

Το 1955 έκανε το μεγάλο βήμα ιδρύοντας το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο (ΕΛΘ), το οποίο εγκατέστησε στον υπαίθριο χώρο του Πεδίου του Άρεως, εγκαινιάζοντάς το με τον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας». Για 14 χρόνια, μέχρι το 1967, το ΕΛΘ αποτέλεσε φάρο υψηλής αισθητικής, υποστηρίζοντας το νεοελληνικό έργο αλλά και κλασικό ρεπερτόριο. Τους χειμερινούς μήνες ο θίασος περιόδευε στην ελληνική επαρχία, την Κύπρο και την Κωνσταντινούπολη.

Το 1968, η Χούντα των Συνταγματαρχών προχώρησε σε βίαιη έξωση του Κατράκη από το Πεδίο του Άρεως και κατεδάφισε τις εγκαταστάσεις του θεάτρου. Παρά την οικονομική καταστροφή, ο Κατράκης συνέχισε τη δραστηριότητά του συγκροτώντας νέους θιάσους και πραγματοποιώντας περιοδείες.

Το 1972 επέστρεψε στο Εθνικό Θέατρο, ερμηνεύοντας ρόλους στον «Οθέλλο» και τον «Δον Κιχώτη», ενώ στην Επίδαυρο μάγεψε το κοινό ως «Οιδίπους Τύραννος» (1973) και «Προμηθέας Δεσμώτης» (1974).

Μάνος Κατράκης: Από τις στερήσεις, στην καταξίωση - Γιατί αρνήθηκε να γυρίσει ερωτικές σκηνές με τη Ζωή Λάσκαρη

finos film

Σκηνή από την ταινία «Ο δρόμος με τις ακακίες»

Στη συνέχεια συνεργάστηκε με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και το ΚΘΒΕ. Το 1977 επανίδρυσε το ΕΛΘ ανεβάζοντας σπουδαίες παραστάσεις: «Φθινοπωρινή ιστορία» (με την Έλλη Λαμπέτη), «Οι Τελευταίοι» του Γκόρκι, «Συντροφιά με τον Μπρεχτ» (με τη Μελίνα Μερκούρη), «Ντα» του Λέοναρντ, «Ταμπού» του Μασάρι και τη «Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη» του Νικηφόρου Βρεττάκου. Η τελευταία θεατρική του εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1984 στο Ηρώδειο, στο μουσικό έργο «Προμήθεια» του Θόδωρου Αντωνίου.

Η συγκίνηση για την Επίδαυρο

Το 1973, ο Μάνος Κατράκης βγήκε στην Επίδαυρο και καθήλωσε το κοινό ως «Οιδίπους Τύραννος». Ο ίδιος, το 1981 περιέγραψε στην ΕΡΤ: «Όταν άρχισα να συνειδητοποιώ ότι θα παίξω στην Επίδαυρο και μάλιστα έναν τέτοιο ρόλο, που ήταν από τα όνειρά τα δικά μου, όπως και κάθε καλλιτέχνη, δεν μπορούσα να συγκρατήσω την συγκίνησή μου. Ένα απόγευμα συννεφιασμένο, πρωτοπάτησα το πόδι μου στο θέατρο της Επιδαύρου. Ήταν η πρώτη μέρα της τελευταίας εβδομάδας των δοκιμών. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος, ψιλόβρεχε. Εγώ πήρα το μονοπατάκι που οδηγεί από τα καμαρίνια, στο χώρο του θεάτρου. Μπήκα μέσα. Στάθηκα, κοίταξα γύρω γύρω αυτό το αριστούργημα της αρχιτεκτονικής, ανέβηκα σιγά σιγά τα σκαλοπάτια των κερκίδων ως την τελευταία σειρά. Η ψιχάλα είχε δυναμώσει. Δεν ξέρω τι με έσπρωξε να ξαπλώσω απάνω στα ζεστά και υγρά σκαλοπάτια από την απογευματινή βροχή. Έκλεισα τα μάτια μου και δεν ντρέπομαι να πω ότι οι στάλες της βροχής ενώθηκαν με την συγκίνησή μου. Ευγνωμονώ τους ανθρώπους που μου έδωσαν την ευκαιρία να παίξω τον Οιδίποδα Τύραννο».

Η πορεία στον κινηματογράφο

Η κινηματογραφική παρουσία του Κατράκη διήρκεσε 55 χρόνια, με συμμετοχή σε πάνω από 80 ταινίες. Χάρη στο επιβλητικό του παράστημα, τη βαριά φωνή και τον αριστοκρατικό του αέρα, υποδυόταν συχνά χαρακτήρες στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας όπως βασιλείς, γαιοκτήμονες, βιομηχάνους, εφοπλιστές και πολιτικούς.

Στις σημαντικότερες ταινίες του περιλαμβάνονται:

  • «Μαρίνος Κοντάρας» (1948)
  • «Μαγική Πόλις» (1954)
  •  «Συνοικία το Όνειρο» (1961)
  • «Αντιγόνη» (1961/1962)
  • «Ηλέκτρα» (1962)
  • «Ο αδελφό Άννα» (1963)
  • «Τα Κόκκινα Φανάρια» (1963)
  •  «Ένας Ντελικανής» (1963)
  •  «Το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο» (1964/1966)
  • «Διωγμός» (1964)
  • «Δάκρυα για την Ηλέκτρα» (1966)
  • «Κατηγορώ τους Ανθρώπους» (1966)
  • «Κοντσέρτο για Πολυβόλα» (1967)
  • «Αντάρτες των Πόλεων» (1972)
  • «Χωρίς Συνείδηση» (1972)
  •  «Ο Άνθρωπος με το Γαρίφαλο» (1980)

Το «όχι» στον Δαλιανίδη: Αρνήθηκε να αγγίξει την Ζωή Λάσκαρη

Στην ταινία «Η ιστορία μιας ζωής», ο Γιάννης Δαλιανίδης είχε γράψει το ρόλο του σκληρού μεγαλοαστού Μικέ Παπαδήμα αποκλειστικά για τον Μάνο Κατράκη, θεωρώντας τον ιδανικό για να πλαισιώσει την 24χρονη συμπρωταγωνίστριά του, Ζωή Λάσκαρη. Ωστόσο, ο 58χρονος τότε ηθοποιός αρνήθηκε κατηγορηματικά να «υπακούσει» στις ανάγκες του ρόλου, επιστρέφοντας το σενάριο ως απαράδεκτο λόγω των ερωτικών σκηνών που περιλάμβανε με τη νεαρή ηθοποιό. Θεωρώντας τες αδικαιολόγητες για την πλοκή και αντίθετες με την ηθική του, ο Κατράκης παρέμεινε ανένδοτος, αναγκάζοντας τελικά τον σκηνοθέτη να υποχωρήσει και να περιορίσει τις σκηνές του ζευγαριού σε μερικές μόνο τρυφερές αγκαλιές.

Λάτρης της λογοτεχνίας

Ο Μάνος Κατράκης υπήρξε λάτρης της λογοτεχνίας, ενώ ασχολήθηκε ο ίδιος με τη συγγραφή ποίησης, πεζών και με το σκίτσο. Ιστορικές έχουν μείνει οι απαγγελίες του στο ραδιόφωνο και σε δημόσιες εκδηλώσεις. Με τη χαρακτηριστική φωνή του σφράγισε τις αναγνώσεις κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας όπως το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη και το «Πέντε η ώρα που βραδιάζει» από τον Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας του Λόρκα.

Μάνος Κατράκης: Από τις στερήσεις, στην καταξίωση - Γιατί αρνήθηκε να γυρίσει ερωτικές σκηνές με τη Ζωή Λάσκαρη

finos film

Ο Μάνος Κατράκης αρνήθηκε να γυρίσει ερωτικές σκηνές με την 24χρονη τότε Ζωή Λάσκαρη καθώς δεν το επέτρεπε το ήθος του

Προσωπική ζωή

Ο Μάνος Κατράκης παντρεύτηκε τρεις φορές:

- Άννα Λώρη: Παντρεύτηκαν το 1933, σε ηλικία 25 ετών, αλλά ο γάμος τους έληξε σύντομα.

- Νένα Βρακοτσώλη: Με την οποία είχε δεσμό προπολεμικά και παντρεύτηκαν κατά την περίοδο της Κατοχής. Η σύζυγός του έμεινε έγκυος, αλλά στον όγδοο μήνα απέβαλε και έχασαν τα δίδυμα παιδιά τους. Ο γάμος αυτός επίσης δεν μακροημέρευσε.

- Λίντα Άλμα: Γνωρίστηκαν το 1954 μετά από μια θεατρική πρεμιέρα. Η διάσημη χορεύτρια υπήρξε η γυναίκα της ζωής του και ο σπουδαιότερος άνθρωπός του. Μετά από 25 χρόνια κοινής πορείας παντρεύτηκαν το 1979 και παρέμειναν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του.

Η συγκλονιστική τελευταία ερμηνεία του

Η υγεία του εξασθένησε σταδιακά από τη συνεχή καταπόνηση. Ως μανιώδης καπνιστής, αρνήθηκε να ακολουθήσει αυστηρά θεραπευτικά προγράμματα και έφυγε από τη ζωή στις 2 Σεπτεμβρίου 1984, λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα». Σε αυτή την ταινία, η ερμηνεία του ήταν συγκλονιστική και δέχθηκε αποθεωτικά σχόλια.

Αποδίδεται το Αλκαζάρ στην πόλη - Μενδώνη: Δύο γενιές Θεσσαλονικέων δεν είχαν δει το μνημείο χωρίς σκαλωσιές (ΦΩΤΟ)
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ Αποδίδεται το Αλκαζάρ στην πόλη - Μενδώνη: Δύο γενιές Θεσσαλονικέων δεν είχαν δει το μνημείο χωρίς σκαλωσιές (ΦΩΤΟ)
Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στην Google