ΣΧΟΛΕΙΟ: Το παιδί πάει σχολείο, αλλά το μάθημα πάει στο σπίτι! (του Γιώργου Καρανάσιου)
Γράφει ο Γεώργιος Καρανάσιος.
Κάπου πρέπει να σταματήσουμε και να αναρωτηθούμε τι ακριβώς έχουμε ονομάσει «σχολείο». Γιατί στην Ελλάδα έχουμε φτάσει σε ένα παράδοξο που όλοι γνωρίζουμε, αλλά έχουμε σχεδόν συνηθίσει: το παιδί πηγαίνει σχολείο το πρωί και επιστρέφει στο σπίτι για να… ξαναπάει σχολείο το απόγευμα.
Μόνο που το δεύτερο σχολείο δεν έχει θρανία και πίνακα. Έχει γονείς κουρασμένους από τη δουλειά, φροντιστήρια, ιδιαίτερα, ασκήσεις, εργασίες, επαναλήψεις και ένα σωρό άγχος.
Και αν ο γονιός δεν ξέρει μαθηματικά, πρόβλημα δικό του. Αν δεν ξέρει καλά αγγλικά, ας πληρώσει. Αν δεν έχει χρόνο, ας τον βρει. Και αν δεν έχει χρήματα, εκεί αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Μιλάμε για δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση, αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι πολλές οικογένειες χρειάζεται να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για να συμπληρώσουν αυτά που δεν καταφέρνει να προσφέρει το σχολείο. Φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα, ξένες γλώσσες, ενισχυτική διδασκαλία.
Έτσι, η μόρφωση ενός παιδιού δεν εξαρτάται μόνο από το σχολείο, αλλά και από τις οικονομικές και μορφωτικές δυνατότητες της οικογένειάς του.
Αξίζει να κοιτάξουμε και λίγο έξω από τα σύνορά μας, όχι για να αντιγράψουμε μηχανικά άλλες χώρες, αλλά για να δούμε ότι υπάρχουν και διαφορετικές αντιλήψεις για το τι σημαίνει σχολείο.
Στη Σουηδία, παράδειγμα, σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του εκπαιδευτικού συστήματος, μεγάλο μέρος της σχολικής εργασίας γίνεται μέσα στο σχολείο, με τον εκπαιδευτικό να παρακολουθεί την πορεία του μαθητή και να παρέχεται πρόσθετη υποστήριξη σε παιδιά που αντιμετωπίζουν δυσκολίες.
Δεν σημαίνει ότι εκεί υπάρχει ένας εκπαιδευτικός παράδεισος, ούτε ότι όλα λειτουργούν τέλεια. Σημαίνει όμως κάτι απλό και ουσιαστικό: το σχολείο αναλαμβάνει μεγαλύτερη ευθύνη για τη μάθηση.
Εδώ, πολλές φορές, το σχολείο δίνει την εργασία και το σπίτι καλείται να ολοκληρώσει την εκπαίδευση.
Μετά απορούμε γιατί οι γονείς είναι εξουθενωμένοι.
Ο πατέρας δουλεύει όλη μέρα, η μητέρα δουλεύει όλη μέρα, το παιδί γυρίζει από το σχολείο και αντί να παίξει, να αθληθεί, να διαβάσει ένα βιβλίο, να μιλήσει με την οικογένειά του ή ακόμη και να βαρεθεί λίγο, κάτι που επίσης χρειάζεται ένα παιδί κάθεται ξανά στο θρανίο.
Αν δεν καταλαβαίνει την άσκηση, αρχίζει το οικογενειακό φροντιστήριο. Ο ένας γονιός ψάχνει στο διαδίκτυο, ο άλλος θυμάται ό,τι θυμάται από τα μαθηματικά και το παιδί βρίσκεται ανάμεσα σε μια άσκηση που δεν καταλαβαίνει και σ' έναν γονιό που δεν ξέρει πώς να του την εξηγήσει.
Αυτό δεν είναι απλώς εκπαιδευτικό ζήτημα. Είναι κοινωνικό ζήτημα.
Γιατί το παιδί μιας οικογένειας που έχει οικονομική άνεση μπορεί να έχει ιδιαίτερο, φροντιστήριο, ξένες γλώσσες, ηλεκτρονικό υπολογιστή, ήσυχο χώρο για διάβασμα και γονείς με χρόνο και δυνατότητα να το βοηθήσουν. Το παιδί μιας οικογένειας που δυσκολεύεται οικονομικά ξεκινά από διαφορετική αφετηρία.
Και όταν στη συνέχεια συγκρίνουμε τις επιδόσεις των δύο παιδιών και μιλάμε μόνο για «ατομική προσπάθεια», κάνουμε πως δεν βλέπουμε τη μισή πραγματικότητα.
Όσο περισσότερο η μάθηση μεταφέρεται από το σχολείο στο σπίτι, τόσο περισσότερο η οικογένεια επηρεάζει το εκπαιδευτικό αποτέλεσμα. Έτσι, το σχολείο που θα έπρεπε να λειτουργεί ως μεγάλος εξισωτής των κοινωνικών ανισοτήτων γίνεται καθρέφτης τους.
Την ίδια ώρα που γίνονται αυτά ακούμε συνεχώς για «σύγχρονο σχολείο», ψηφιακές πλατφόρμες, διαδραστικούς πίνακες, καινοτόμες δράσεις και νέες εκπαιδευτικές πολιτικές. Όλα αυτά είναι χρήσιμα όταν υπηρετούν τη μάθηση. Δεν αρκούν όμως από μόνα τους.
Ας αφήσουμε, λοιπόν, λίγο τις ωραίες λέξεις και ας κοιτάξουμε την πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το 2025 το 46% των μαθητών στην Ελλάδα φοιτούσε σε σχολεία όπου οι διευθυντές ανέφεραν ότι η διδασκαλία επηρεάζεται από έλλειψη εκπαιδευτικού προσωπικού, ενώ για το υποστηρικτικό προσωπικό το αντίστοιχο ποσοστό έφτανε το 78%. Παράλληλα, το 39% των μαθητών βρισκόταν σε σχολεία όπου αναφέρονταν ελλείψεις εκπαιδευτικού υλικού και το 47% σε σχολεία όπου οι ελλείψεις στις φυσικές υποδομές αποτελούσαν εμπόδιο στη διδασκαλία.
Αυτά δεν είναι συνθήματα. Είναι στοιχεία.
Το σχολικό έτος 2025–2026, το Υπ. Παιδείας υπολόγιζε περίπου 48.000 ανάγκες αναπληρωτών, ενώ συνεχίστηκαν και μέσα στη χρονιά οι προσλήψεις για την κάλυψη λειτουργικών κενών.
Δηλαδή, από τη μία μιλάμε για ψηφιακό και σύγχρονο σχολείο και από την άλλη εξακολουθούμε να παλεύουμε να υπάρχει ο άνθρωπος που θα βρίσκεται στην τάξη για να κάνει το μάθημα.
Εδώ βρίσκεται μια ακόμη μεγάλη αντίφαση. Δεν μπορείς να ζητάς από τον εκπαιδευτικό να εξατομικεύσει τη διδασκαλία, να στηρίξει παιδιά με διαφορετικές ανάγκες, να αντιμετωπίσει μαθησιακές δυσκολίες, να συνεργαστεί με οικογένειες, να χρησιμοποιήσει νέες τεχνολογίες, να αξιολογήσει και να καταγράψει την πρόοδο των μαθητών και ταυτόχρονα να τον αφήνεις να λειτουργεί μέσα σ' ένα σύστημα που συχνά παλεύει ακόμη με τα βασικά.
Και ύστερα, όταν κάτι δεν πάει καλά, κοιτάμε το παιδί.
Δεν διάβασε αρκετά. Δεν προσπάθησε. Δεν έχει συγκέντρωση. Είναι κολλημένο στο κινητό. Δεν έχει κίνητρο.
Βολική κοινωνία είμαστε. Για πολλά από τα προβλήματα του συστήματος βρίσκουμε τελικά τον πιο εύκολο αποδέκτη της ευθύνης: το παιδί.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο παράλογο. Λέμε ότι θέλουμε παιδιά αυτόνομα, δημιουργικά, συνεργατικά, με κριτική σκέψη και ικανά να αντιμετωπίσουν έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα.
Και μετά τους ζητάμε κυρίως να αποστηθίζουν, να θυμούνται τη «σωστή» απάντηση, να φοβούνται το λάθος και να ανταγωνίζονται για έναν βαθμό.
Η αντίφαση είναι τεράστια. Ο κόσμος στον οποίο θα ζήσουν τα σημερινά παιδιά απαιτεί να μπορούν να αναζητούν πληροφορίες, να ξεχωρίζουν την αλήθεια από την παραπληροφόρηση, να συνεργάζονται, να λύνουν προβλήματα και να μαθαίνουν συνεχώς καινούργια πράγματα.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πλέον να γράφει, να μεταφράζει, να υπολογίζει, να αναλύει και να συνθέτει. Το πλεονέκτημα του ανθρώπου, επομένως, δεν μπορεί να είναι ότι θυμάται περισσότερες σελίδες από τον διπλανό του.
Υπάρχει μια παγίδα με την ψηφιοποίηση. Βάλαμε υπολογιστές και διαδραστικούς πίνακες στις αίθουσες, αλλά αν πίσω από αυτά παραμένει η ίδια παλιά λογική της αποστήθισης και της εξέτασης, τότε δεν αλλάξαμε πραγματικά το σχολείο. Απλώς βάλαμε καινούργια εργαλεία πάνω σε μια παλιά νοοτροπία. Ψηφιοποιήσαμε τη στασιμότητα.
Το σχολείο που χρειαζόμαστε δεν είναι εκείνο που θα φορτώνει ακόμη περισσότερη δουλειά στο σπίτι. Είναι εκείνο που θα κάνει καλύτερα τη δουλειά του μέσα στο σχολείο. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να έχει χρόνο να διδάξει, το παιδί που δυσκολεύεται πρέπει να βρίσκει βοήθεια, να υπάρχει το αναγκαίο ειδικό προσωπικό και οι υποδομές που απαιτούνται, αλλά και να υπάρχει χώρος για εργαστήρια, βιβλιοθήκη, τέχνη, αθλητισμό και πραγματικές δραστηριότητες που συνδέουν τη γνώση με τη ζωή.
Κυρίως όμως, η μόρφωση ενός παιδιού δεν πρέπει να εξαρτάται από το πορτοφόλι, το μορφωτικό επίπεδο ή τον ελεύθερο χρόνο των γονιών του. Γιατί τότε λέμε «όλοι έχουν ίσες ευκαιρίες», αλλά στην πράξη αφήνουμε την οικογένεια να πληρώσει τη διαφορά.
Το πιο πικρό είναι ότι το έχουμε σχεδόν κανονικοποιήσει.
Θεωρούμε φυσιολογικό να πληρώνουμε για να μάθει το παιδί αυτά που υποτίθεται ότι πρέπει να μάθει στο σχολείο.
Θεωρούμε φυσιολογικό οι γονείς να δουλεύουν τα βράδια σαν δεύτεροι εκπαιδευτικοί και θεωρούμε φυσιολογικό ένα παιδί να περνά μεγάλο μέρος της ημέρας μέσα σε μια αλυσίδα υποχρεώσεων.
Και ύστερα έρχεται μια διεθνής αξιολόγηση, όπως η PISA, και μας δείχνει ότι κάτι δεν πάει καλά. Και αντί να κοιτάξουμε ολόκληρη την εικόνα, ψάχνουμε ποιος φταίει: το παιδί, ο γονιός, ο εκπαιδευτικός, το κινητό, η τεχνολογία. Όλοι εκτός από το ίδιο το σύστημα.
Ίσως, λοιπόν, η πιο χρήσιμη ερώτηση δεν είναι αν τα παιδιά μας είναι αρκετά καλά για το σχολείο.
Είναι αν το σχολείο μας είναι αρκετά καλό για τα παιδιά μας.
Γιατί ένα σχολείο που χρειάζεται το σπίτι για να ολοκληρώσει τη δουλειά του, το οικογενειακό πορτοφόλι για να καλύψει τα κενά του και την υπερπροσπάθεια του εκπαιδευτικού για να αντέξει τις αδυναμίες του συστήματος, δεν μπορεί να συνεχίζει να μιλά μόνο για «μεταρρυθμίσεις».
Το σχολείο δεν πρέπει να είναι εργοστάσιο παραγωγής βαθμών, ούτε μηχανή παραγωγής άγχους.
Πρέπει να είναι ο χώρος όπου το παιδί μαθαίνει, σκέφτεται, δοκιμάζει, κάνει λάθη, ξαναπροσπαθεί και προχωρά.
Και αν θέλουμε πραγματικά να αλλάξουμε το ελληνικό σχολείο, ας ξεκινήσουμε από κάτι που ακούγεται αυτονόητο αλλά μόνο αυτονόητο δεν είναι: ας συμφωνήσουμε πρώτα ότι το δημόσιο αγαθό της Παιδείας προέχει και να απαιτήσουμε όλοι μαζί να αλλάξουν οι εκπαιδευτικές πολιτικές, να αντιμετωπιστούν ουσιαστικά όλα τα προβλήματα που αναφέραμε, ώστε το σχολείο να μπορεί επιτέλους να κάνει τη δουλειά του μέσα στο σχολείο.
Γιατί αλλιώς θα συνεχίσουμε να έχουμε παιδιά που πηγαίνουν σχολείο το πρωί και γονείς που κάνουν απογευματινή βάρδια εκπαίδευσης το βράδυ.
Αυτό, όσο και αν το έχουμε συνηθίσει, δεν είναι κανονικότητα. Είναι η απόδειξη ότι γίνεται λάθος.
Καρανάσιος Γεώργιος – gkaranasios24@gmail.com
Υ.Γ. 1. Όταν στην είσοδο ενός σχολείου κρεμιέται κρατική πινακίδα με το εθνόσημο, που λέει ότι η αναβάθμισή του έγινε με δωρεά τραπεζών, μήπως θα έπρεπε να υπάρχει και μια αντίστοιχη πινακίδα στις τράπεζες, που να θυμίζει ότι η «εξυγίανσή» τους πληρώθηκε και με τις περικοπές μισθών και συντάξεων των Ελλήνων πολιτών;
Έτσι όπως πάμε για να στεγαστούν οι εκπαιδευτικοί, θα αναζητούμε σπίτια από τοπικούς «ευεργέτες». Κάπως έτσι η χορηγία γίνεται υποκατάστατο του κράτους και η φιλανθρωπία υποκατάστατο της δημόσιας πολιτικής.
Κάποιοι τα θεωρούν όλα αυτά φυσιολογικά ή εξαιρέσεις.
Δεν είναι. Είναι η νέα κανονικότητα: πληρώνει ο πολίτης, κονομάει τρελά ανεξέλεγκτα ο ιδιώτης και γίνεται με ψίχουλα χορηγός, σωτήρας δημόσιων αγαθών...
Και όλα αυτά στην Ελλάδα της Ευρώπης.
Φαντάσου, δηλαδή, να μην ήμασταν και Ευρώπη!
Υ.Γ.2. Η PISA, με τα πρόσφατα αποτελέσματά της, δεν εξετάζει μόνο τα παιδιά. Είναι και ένας καθρέφτης του εκπαιδευτικού συστήματος. Και στους καθρέφτες υπάρχει ένα ενοχλητικό μειονέκτημα: δεν επιτρέπουν να κρυφτεί η εικόνα.
Δεν φταίνε όλοι το ίδιο: το σύστημα, οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς, ακόμη και οι μαθητές. Ανάμεσα σε παθογένειες χρόνων, που κάποιοι θεωρούσαν διαχειρίσιμες, σε ευθύνες και ρόλους, χάθηκε κάπου η πιο δύσκολη λέξη: αυτοκριτική.
Είναι εντυπωσιακό πόσο εύκολα αλλάζει η οπτική των ανθρώπων, ανάλογα τη θέση απέναντι στα προβλήματα και στην εξουσία.
πηγή στην Google
Συνδέσου με την ομάδα του lamiareport.gr στο Viber για άμεση ενημέρωση
Ακολούθησε το LamiaReport.gr στο Google News για όλες τς τελευταίες χρηστικές ειδήσεις
Ακολούθησε το LamiaReport στο Facebook ...για να μη χάνεις είδηση!
Η επανεκκίνηση του Σεπτέμβρη. Η επιστροφή ως νέα αρχή (του Νίκου Κουτσιανά)
Ο σύγχρονος άνθρωπος, αντίθετα, έμαθε να φοβάται την παύση. Ταυτίσαμε την πρόοδο με τη συνεχή κίνηση και την επιτυχία με το περισσότερο.
Η αγνώμων τσαπουρνιά (του Χρήστου Τσουράκη)
Η ΑΓΝΩΜΩΝ ΤΣΑΠΟΥΡΝΙΑ Του Έλληνα μια τσαπουρνιά Φύτρωσε στα χωράφια Κάνει τα φρούτα της πικρά κι έχει μεγάλα αγκάθια. Τρώει του κήπου τους καρπούς Κι απ’ την πανίδα αίμα Αέρα δίνει στους πολλούς στα κωλοφούσια κρέμα. Μοιάζει σαν το σκαντζόχοιρο Της στάζουν τα καρφιά της Κι ένα ποτάμι ανθρώπινο θα φάει τα ριζικά της. Την […]
Το σχολείο του χθες και τα παιδιά του αύριο!
Γράφει ο Γεώργιος Καρανάσιος.
Μεγάλα Βιογραφικά (ποίημα της Δήμητρας Μπαλτά)
(Διαβάζοντας το βιογραφικό του Τριαντόπουλου Χρ.)
Δεν έρχεται ο Εφιάλτης τον φέρνουμε μόνοι μας! (του Γιώργου Καρανάσιου)
Γράφει ο Γεώργιος Καρανάσιος.
Παιδικές φυσικοθεραπείες στη Φθιώτιδα: Το δικαίωμα δεν τελειώνει στο ΦΕΚ
Γράφει ο Θανάσης Μπόμης.