Προχθές, σε μια παρέα, η κουβέντα πήγε στην 3η του Σεπτέμβρη. Και κάποιος είπε: «Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα ή το ΠΑΣΟΚ του 2026;»
Η ερώτηση έμεινε για λίγο στον αέρα. Γιατί, πράγματι, τι σχέση έχει η σημερινή φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ με εκείνο που ιδρύθηκε το 1974 και μιλούσε για Αλλαγή, κοινωνική δικαιοσύνη, δημοκρατία, ισονομία, κράτος δικαίου και προστασία των μη προνομιούχων;
Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα ήταν κάποτε, σύμφωνα με τη χαρακτηριστική έκφραση της Δεξιάς, η «Αριστερά της Αριστεράς». Σήμερα, όμως, έχει μετακινηθεί τόσο προς το Κέντρο και Δεξιά, ώστε πολλές φορές είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς την ουσιαστική πολιτική διαφορά του από τη Νέα Δημοκρατία.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη μετάλλαξη.
Δεν είναι παράλογο ένα κόμμα να αλλάζει μαζί με την εποχή. Παράλογο είναι να κρατάς τα σύμβολα, τις επετείους και τα συνθήματα του παρελθόντος, ενώ στην πράξη έχεις απομακρυνθεί από μεγάλο μέρος της πολιτικής τους ουσίας.
Τότε μιλούσαν για «βάθεμα και πλάτεμα της δημοκρατίας». Σήμερα, όμως, η δημοκρατία δοκιμάζεται από θεσμικές κρίσεις, υποκλοπές, καταγγελίες για συγκάλυψη ευθυνών, απαξίωση θεσμών και ένα πολιτικό σύστημα που συχνά δείχνει να δυσκολεύεται να ανεχθεί τον πραγματικό έλεγχο της εξουσίας.
Τότε το ΠΑΣΟΚ μιλούσε για ισχυρό κοινωνικό κράτος. Σήμερα βλέπουμε τη δημόσια υγεία και την παιδεία να πιέζονται, τους εργαζόμενους να παλεύουν με μισθούς που δεν επαρκούν για μια αξιοπρεπή ζωή και τους νέους να αναζητούν στο εξωτερικό ευκαιρίες που δεν βρίσκουν στην Ελλάδα.
Εδώ βρίσκεται το παράδοξο. Το σημερινό ΠΑΣΟΚ καταγγέλλει τη Νέα Δημοκρατία για πολλά από όσα συμβαίνουν. Όμως κουβαλά και το δικό του βαρύ ιστορικό φορτίο: μνημόνια, πελατειακές πρακτικές, σκάνδαλα, κομματικό κράτος, χρέη και πολιτικές επιλογές που συνδέθηκαν με την πορεία προς τη χρεοκοπία της χώρας.
Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να κάνουμε πως η ιστορία αρχίζει το 2019.
Η Ελλάδα δεν οδηγήθηκε στα βράχια από έναν και μόνο πολιτικό χώρο. Στο πάρτι συμμετείχαν διαδοχικές κυβερνήσεις και ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας. Και όταν ήρθε ο λογαριασμός, τον πλήρωσε ο πολίτης.
Γι’ αυτό και η καταγγελία της Νέας Δημοκρατίας από το ΠΑΣΟΚ δεν αρκεί.
Ο κόσμος θέλει να ξέρει: τι ακριβώς διαφορετικό προτείνεις;
Αν καταγγέλλεις την ακρίβεια, τι κάνεις με τα καρτέλ;
Αν μιλάς για κοινωνικό κράτος, τι κάνεις για τη δημόσια υγεία;
Αν μιλάς για αξιοκρατία, τι κάνεις με την πελατοκρατία;
Αν μιλάς για Δημοκρατία, πόσο αποφασιστικά υπερασπίζεσαι τους θεσμούς όταν αυτοί ελέγχουν την εκάστοτε εξουσία;
Γιατί αλλιώς δημιουργείται μια παράξενη εικόνα.
Η Νέα Δημοκρατία κυβερνά από τα δεξιά και το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να την αντιμετωπίσει από ένα Κέντρο που, πολλές φορές, μοιάζει όλο και περισσότερο με τη δική της πολιτική γειτονιά.
Επόμενο είναι τότε ο ψηφοφόρος εύλογα αναρωτιέται:
Γιατί να ψηφίσει το αντίγραφο όταν μπορεί να ψηφίσει το πρωτότυπο;
Εδώ βρίσκεται και ένα μέρος της εξήγησης για τη σημερινή πολιτική αδυναμία του ΠΑΣΟΚ.
Το ΠΑΣΟΚ δεν χρειάζεται να γίνει ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε χρειάζεται να επιστρέψει μηχανικά στο 1981.
Χρειάζεται, όμως, να ξαναβρεί ποιον θέλει πραγματικά να εκπροσωπεί.
Τον ισχυρό ή τον αδύναμο;
Τον οργανωμένο ή τον αποκλεισμένο;
Τον άνθρωπο της πρόσβασης ή τον άνθρωπο της ουράς;
Γιατί η 3η του Σεπτέμβρη δεν μπορεί να είναι απλώς ένα μουσειακό έκθεμα. Είναι μια πολιτική παρακαταθήκη.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα:
Τι γιορτάζει σήμερα το ΠΑΣΟΚ;
Την ιστορία του ή τη μετάλλαξή του;
Το παλιό ΠΑΣΟΚ μπορεί να τελείωσε μαζί με τον ιδρυτή του. Όμως, αν το σημερινό ΠΑΣΟΚ θέλει να έχει μέλλον, πρέπει πρώτα να αποφασίσει τι ακριβώς θέλει να είναι.
Ένα κόμμα που απλώς περιμένει να φθαρεί η κυβέρνηση; Ένα κόμμα που θέλει να συγκυβερνήσει με τη Νέα Δημοκρατία; Ή ένα κόμμα με πραγματικά διαφορετικό πολιτικό σχέδιο;
Γιατί η κοινωνία δεν ζητά απλώς μια ακόμη εναλλαγή στην εξουσία. Ζητά αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εξουσία. Αυτό είναι το δύσκολο από μια ακόμη αλλαγή κυβέρνησης.
Υ.Γ.1. Το ΠΑΣΟΚ έχει και αυτό τη δική του ευθύνη. Μαζί με τη Ν.Δ. διαμόρφωσε επί δεκαετίες ένα θεσμικό πλαίσιο ασυλιών, παραγραφών, ακαταδίωκτων και «ευθύνης» υπουργών, όπου ο πολίτης λογοδοτεί για τα πάντα, αλλά η πολιτική εξουσία συχνά για τίποτα.
Σήμερα καταγγέλλει τα «κουκουλώματα» των άλλων, ξεχνώντας ότι το ίδιο σύστημα το υπηρέτησε και το διαμόρφωσε.
Και υπάρχει και η άλλη πλευρά: το ΠΑΣΟΚ χρωστά περίπου 600 εκατομμύρια ευρώ από κομματικά δάνεια. Ο πολίτης, αν χρωστάει, αντιμετωπίζει τράπεζες, κατασχέσεις και Δικαιοσύνη. Το κόμμα χρωστά εκατοντάδες εκατομμύρια και συνεχίζει να ζητά την ψήφο μας.
Αυτή είναι η «ισονομία» που θέλει να αποκαταστήσει;
Αυτή είναι η «αλλαγή»;
Γιατί όταν η εξουσία ζητά από τον πολίτη να είναι συνεπής, αλλά η ίδια δεν λογοδοτεί για τα δικά της χρέη και τις δικές της ευθύνες, δεν μιλάμε για κράτος δικαίου.
Μιλάμε για δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Υ.Γ.2. Ο Ανδρέας ήταν ξεχωριστός.
Ίσως γιατί οι πραγματικά μεγάλες πολιτικές προσωπικότητες δεν χρειάζονται ολόκληρο το ονοματεπώνυμό τους για να περάσουν στην Ιστορία.
Οι μεγάλοι άνδρες μένουν στην Ιστορία με το μικρό τους όνομα. Ο Ανδρέας.
Υ.Γ.3. Το ΠΑΣΟΚ καταγγέλλει σήμερα τα «κουκουλώματα» της Ν.Δ., ξεχνώντας ότι μαζί διαμόρφωσαν το θεσμικό πλαίσιο που τα κάνει δυνατά. Ασυλία στην εξουσία, φίμωση μαρτύρων, πίεση σε εισαγγελείς και ένα σύστημα όπου Βουλή, Δικαιοσύνη και ΜΜΕ συχνά αποτυγχάνουν να ελέγξουν την κυβέρνηση.
Και μαζί άφησαν χώρο στις ισχυρές οικονομικές ομάδες να κυριαρχήσουν σε ενημέρωση, τρόφιμα, ενέργεια, τράπεζες, δημόσια έργα και υγεία.
Ποιο ΠΑΣΟΚ, λοιπόν, θα αποκαταστήσει σήμερα την ισονομία και το κράτος δικαίου; Αυτό που καταγγέλλει τα «κουκουλώματα» ή αυτό που συνδιαμόρφωσε το σύστημα που τα επιτρέπει;